Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ… του Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ


ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ… του Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ψυχή βαθιά… Απύθμενη… Ερεβώδης… Τυφλή κάποιες φορές που σκοντάφτει πάνω στο πάθος και δεν βλέπει το ξέφωτο που βρίσκεται στο βάθος… Ψυχή του Έλληνα… Γενναία, δυνατή αλλά κοντόφθαλμη… Βορά των συμφερόντων που της φορούν τη μαύρη κορδέλα στα μάτια και πάνω στην τυφλόμυγα πιάνει το αδέρφι της και το κατασπαράζει…
Αυτό είναι το θέμα της νέας ταινίας του Π. Βούλγαρη. Ο εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα στους εθνικόφρονες και τους κομμουνιστές Έλληνες μισό αιώνα περίπου νωρίτερα. Η σελίδα της ντροπής στην ιστορία της Ελλάδας, ποτισμένη σε αίμα αδερφικό… 70.000 ψυχές Ελλήνων χάθηκαν τότε σ’ αυτή την άνευ ουσίας τραγωδία. Όσες δεν χάθηκαν αθροιστικά σε όσους πολέμους έγιναν από τη μικρασιατική καταστροφή ως την έναρξη εκείνου του ασύδοτου και παράλογου αλληλοσπαραγμού.
Ο πυρήνας της ταινίας είναι μια μάνα, η Ζαχαρούλα που μέσα στην λαίλαπα του εμφύλιου πολέμου αναζητά τα παιδιά της, τον Ανέστη και το Βλάση της. Τη βλέπουμε μόνο σε μια στιγμή, ενώ ακούμε συνέχεια τη φωνή της να ψάχνει και να συμβουλεύει τους γιους της. Τον πρώτο, 17 ετών παλικάρι, τον μάζεψε "ο εθνικός στρατός". Το δεύτερο, 14 ετών αμούστακο παιδί, τον στρατολόγησε ο "Δημοκρατικός στρατός" του Ντούλα. Στα βουνά του Γράμμου, τις νύχτες τα δυο παιδιά στην άκρη των στρατοπέδων τους σφυρίζουν σαν τις κουκουβάγιες όπως όταν έπαιζαν μαζί και έτσι επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Σπάνια καταφέρνουν να συναντηθούν, να αγκαλιαστούν, να μοιραστούν μια σοκολάτα και την ερώτηση πού να είναι η μάνα. Το σπίτι ντουβάρια σκέτα με κορνίζες που απεικονίζουν μια παλιά ευτυχισμένη εποχή. Το πλιάτσικο εκατέρωθεν δεν έχει αφήσει όρθια ούτε πέτρα. Τα κοπάδια αφανίστηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, τα μαχαίρια και τα ντουφέκια μόνο δουλεύουν ακούραστα.
Η Γιαννούλα, είναι αντάρτισσα. Μια γενναία κοκκινομάλλα που δεν διαφέρει στον πόλεμο από τους άντρες. Κάποια στιγμή όμως σπάζει, παθαίνει «φρίκη» και θυμάται… Θυμάται το ασαράντιστο αγόρι της που της το έλιωσε η αρβύλα ενός ταγματασφαλίτη όταν εισέβαλε στο σπίτι της επειδή ο άντρας της ήταν αριστερός…
Αλλά και ο Καλαματιανός, ένας στρατιώτης όταν αντικρίζει νεκρό στο πεδίο της μάχης ένα κορίτσι απ’ «την αντίπερα όχθη» θυμάται ότι κάθονταν στο ίδιο θρανίο στο σχολείο και ξεσπάει σε κλάματα. «Κι άμα τη σκότωσα εγώ;» μονολογεί.
Και ο ανθυπολογαγός Τριαντάφυλλος επίσης, παρακαλάει τον ταξίαρχο να τον βοηθήσει να σώσει τον αδερφό του Ανέστη, όταν το στρατοδικείο αποφασίζει να ντουφεκιστεί για εσχάτη προδοσία καταδικασμένος τρεις εις θάνατον ο πιτσιρίκος Βλάσης, λέγοντας «είναι μονάχα δεκατεσσάρων χρονών».
Ο Ντούλας, ο αρχηγός των ανταρτών, χαμένος στον παράταιρο κόσμο των οραμάτων. Αφελής αρχηγός που περιμένει τη ρώσικη βοήθεια και στιλβώνει ψυχές με στίχους κι εμβατήρια…
Ο Αμερικανός στρατηγός αντίστοιχα επιπλήττει για ανικανότητα τους δικούς μας αξιωματικούς και στρατιώτες. «Είναι λίγοι οι άλλοι κι εσείς έχετε πολύ περισσότερους ανθρώπους και μέσα. Πρέπει να τους εξοντώσετε». Πού να καταλάβει ότι ο Έλληνας ανήκει στην ειδική εκείνη κατηγορία που οι αριθμητικές δυνάμεις εκμηδενίζονται και οι ψυχικές πολλαπλασιάζονται όπως στο θαύμα του Χριστού με τα δυο ψωμιά και τα πέντε ψάρια…
Στο τέλος, λύση η βόμβα Ναπάλμ. Παγκόσμια πρεμιέρας της χημικής συμφοράς… Δεν ήξερα ότι στον τόπο μας είχε προκληθεί η πρώτη δοκιμή για ό,τι επακολούθησε στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
«Όπου πέσει σε ακτίνα τόσων μέτρων, γίνεται κάρβουνο…» Δέντρα, ψυχές, οράματα, ηλίθιες ιδέες, δίκιο και άδικο…. Κάρβουνο…
Στην ταινία σώζεται ο Ανέστης και απ’ την αντίπερα όχθη ένα κορίτσι που κάποτε του χάρισε το χαϊμάλι του σ’ ένδειξη αγάπης. Περπατούν μες στα αποκαϊδια μαζί, πιασμένα χέρι χέρι τα δυο παιδιά.
Αυτό ήταν και το μήνυμα.
Συγκλονιστική ταινία, ρεαλιστική, με δυνατά μηνύματα, αντικειμενική, αληθινό ιστορικό ντοκουμέντο με αποκορύφωση τη φράση του Θανάση Βέγγου : αυτό που συμβαίνει δεν είναι πόλεμος κύριε Ανθυπολοχαγέ. Ντροπή είναι… Πού ακούστηκε Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες».
«Το εγγόνι σου θα θαφτεί μαζί με τους άλλους και θα του αποδοθούν τιμές».
«Τι να τις κάνω τις τιμές… Απ’ τους πολέμους τίποτε δεν μου έμεινε. Δώσε μου το νεκρό μου εγγόνι να έχω ένα τάφο να πηγαίνω…».
Επιρροές απ’ την Ιλιάδα, απ’ την ποίηση του Ελύτη, και η υποσυνείδητη, δυνατή γραφή της Καρυστιάνη που εγώ τουλάχιστον την ένιωσα στους ελλειπτικούς διαλόγους του έργου, μ’ έκαναν όχι να καταλάβω αλλά να νιώσω στο πετσί μου το μήνυμα… Περιμένω και τις δικές σας εντυπώσεις.

1 σχόλιο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου