Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Άγγελος Σικελιανός

Leonardo da Vinci

Άγγελος Σικελιανός

Εργοβιογραφικά στοιχεία


Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε το 1884 στη Λευκάδα. Γράφτηκε στη Νομική, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, γιατί τον κέρδισε η θεατρική Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, όπου έπαιξε σε πολλές παραστάσεις. Παράλληλα, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε περιοδικά. Το 1906 γνώρισε στο σπίτι της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ. Αμέσως μετά ταξίδεψε στη Λιβύη, όπου έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον Αλαφροΐσκιωτο, και έπειτα, όταν επέστρεψε, έφυγε με την Εύα για την Αμερική, παντρεύτηκαν και γύρισαν μετά από ένα χρόνο στη Λευκάδα. Πήρε μέρος εθελοντικά στους Βαλκανικούς πολέμους. Το 1914 γνώρισε τον Νίκο Καζαντζάκη, μαζί με τον οποίο ταξίδεψε στο Άγιο Όρος και σε όλη την Ελλάδα. Το 1922 συνέλαβε μαζί με την Εύα το σχέδιο των Δελφικών γιορτών, που πραγματοποιήθηκαν το 1927 και το 1930, με χρηματοδότηση της Εύας. Με τις γιορτές αυτές ο Σικελιανός οραματίστηκε την ίδρυση μιας παγκόσμιας πνευματικής αμφικτιονίας με κέντρο τον «ομφαλό της γης», τους Δελφούς, και με στόχο την παγκόσμια συναδέλφωση (Δελφική Ιδέα).
Το 1933 η Εύα ταξίδεψε στην Αμερική για να ζητήσει οικονομική ενίσχυση, αλλά δεν της δόθηκε άδεια επιστροφής στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα το ζευγάρι να χωρίσει και οι γιορτές να μην επαναληφθούν. Το 1939 ο Σικελιανός παντρεύτηκε την Άννα Καμπανάρη-Καραμάνη και το 1947 έγινε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Προτάθηκε τρεις φορές για το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στους Δελφούς. Στον ίδιο χώρο τάφηκε το 1952 και η Εύα Πάλμερ.
Ο Σικελιανός που οραματιζόταν έναν καθολικό θρησκευτικό μύθο, στον οποίο οι πρωτόγονες μητριαρχικές θρησκείες, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, ο ορφισμός και ο χριστιανισμός θα ενώνονταν δημιουργικά, συνέθεσε ένα ποιητικό έργο, βασικά γνωρίσματα του οποίου είναι ο έντονος λυρισμός, η φυσιολατρική διάθεση, η αίσθηση της νεότητας και του σφρίγους, ο διονυσιασμός και ο ερωτισμός. Ο λόγος του είναι μεγαλόστομος κι αρρενωπός. Τα ποιήματά του βρίσκονται σήμερα συγκεντρωμένα σε έξι τόμους με τίτλο Λυρικός Βίος. Περιλαμβάνουν τις ακόλουθες συλλογές: «Αλαφροΐσκιωτος», «Ραψωδίες του Ιονίου», «Δελφικός Ύμνος», «Επίνικοι Α΄», «Νέκυια Α΄», «Αφροδίτης Ουρανίας», «Πρόλογος στη Ζωή: Η Συνείδηση της Γης μου. Η Συνείδηση της Φυλής μου. Η Συνείδηση της Γυναίκας. Η Συνείδηση της Πίστης. Η Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας», «Μήτηρ Θεού», «Πάσχα των Ελλήνων», «Δελφικός Λόγος» κ.ά. Έγραψε επίσης και έξι τραγωδίες, που συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον γενικό τίτλο Θυμέλη («Ο Διθύραμβος του Ρόδου», «Σίβυλλα», «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», «Ο Χριστός στη Ρώμη» κ.ά.).

Η κριτική για το έργο του

«Ο Σικελιανός ανανεώνει την παράδοση, σπάζοντας απ’ τον Αλαφροΐσκιωτο κιόλας —και αποφασιστικότερα με τον Πρόλογο στη ζωή— την ακαμψία του παραδοσιακού στίχου, ενώ ταυτόχρονα ξαναγυρίζει κάθε τόσο στα παλιά στροφικά, μετρικά και ομοιοκαταληκτικά συστήματα, μεταπηδώντας απ’ τον ιαμβικό δεκαεξασύλλαβο, τον συνδυασμένο με επτασύλλαβο, στον ορθόδοξο δεκαπεντασύλλαβο με πλεχτή ομοιοκαταληξία, κι απ’ το δεκαπεντασύλλαβο τετράστιχο στο ζευγαρωτό δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο. Μα η ουσιαστικότερη ανανέωση έρχεται απ’ την εσωτερική του πνοή και το περιεχόμενό του, από τη νέα όραση που αποκαλύπτει μαζί με τη νεότροπη, για την ώρα εκείνη, ρυθμική κίνηση του απελευθερωμένου στίχου του, καθώς συγχωνεύει μέσα του τον αρχαίο με το νέο Ελληνισμό και το φυσικό περιβάλλον του τόπου με την πνευματική μας παράδοση, βαθαίνοντας στις εθνικές ρίζες, ώσπου να συναντηθεί με το παγκόσμιο ανθρώπινο κύτταρο. Κάτι ανάλογο, βέβαια, είχε κάνει νωρίτερα κι ο Παλαμάς, αλλά μέσα απ’ το εργαστήρι του και κατά τρόπο λογοκρατικό και αδιάρρηκτα συνυφασμένο με την ιστορική του στιγμή, έτσι ώστε ο διεθνισμός του να μένει μόνιμα κλεισμένος στα σύνορα του εθνισμού του. Στον Σικελιανό, αντίθετα, τα πάντα συντελούνται μέσα στο μυστικό οργασμό της ελληνικής φύσης και με μια λυρική και μυστική έξαρση, που χαλαρώνει τα δεσμά της ως τότε λογοκρατικής αντίληψης για την ποίηση, δίχως να καταργεί τους λογικούς συνειρμούς, για ν’ ακουστεί, άλλοτε βαρύβροντος κι άλλοτε σπηλαιώδης, ο προφητικός λόγος ή για να πάρει φτερά η λυρική του διάθεση. Η ποίησή του εκφράζει μια πληρότητα ζωής, χωρίς ποτέ να γίνεται διανοητική κι εγκεφαλική.
Οραματικός και λυρικός, ο ποιητής κινείται σε ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, πέρα από φυλετικές διαφορές, διευρύνοντας τον εθνισμό του ως την παγκοσμιότητα, μολονότι δεν παύει παράλληλα να παρακολουθεί τις τύχες του έθνους. Η σύλληψη της Δελφικής Ιδέας κι οι προσπάθειες για την πραγματοποίησή της μας δίνουν το μέτρο του ιδεαλισμού του κι άλλο τόσο της ανεδαφικότητας του χαρακτήρα του […].
Ο Σικελιανός δεν ανήκει στους ρομαντικούς με τη στενή σημασία του όρου, αλλά στους πλατύτερα μυστικούς. Ακόμα κι ο γεμάτος ζωικούς χυμούς ερωτισμός του προβάλλεται συχνά κι εκείνος με τη μορφή ενός μυστικού και τελετουργικού χαρακτήρα. Ο κόσμος του δεν είναι ο διχασμένος άνθρωπος των μεταχριστιανικών χρόνων. Απ’ τον χριστιανισμό πήρε ό,τι για τους αρχαίους ήταν φρικτό: τον κάτω κόσμο, κι απ’ τους αρχαίους ό,τι για τον μεταχριστιανικό άνθρωπο είναι αγώνας και διχασμός: τη ζωή. Λυτρώθηκε έτσι απ’ την αίσθηση του εφήμερου και τον τρόμο του θανάτου, για να χαρεί ανεμπόδιστα το δώρο της ύπαρξης, και δημιούργησε μια μυστική ενότητα, που του εξασφαλίζει τη σιγουριά και την ελπίδα μέσα σ’ έναν κόσμο διχασμένο κι αμφιταλαντευόμενο, ταυτίζοντας τον Απόλλωνα με τον Διόνυσο και τον Διόνυσο με τον Ορφέα και το Χριστό.»

(Κ. Στεργιόπουλος, «Άγγελος Σικελιανός», Η Ελληνική Ποίηση. Η ανανεωμένη Παράδοση, Σοκόλης, Αθήνα, 1980, σελ. 86-87)

«Τα πρώτα ποιήματα του Σικελιανού δείχνουν παράταιρες επιδράσεις: από τους ρομαντικούς, τους παρνασσικούς και τους συμβολιστές. από τη γερμανική μπαλάντα έως την αποσταγμένη σολωμική ποίηση. από το Θεόκριτο έως το δημοτικό τραγούδι. […]. Η απέραντη ευαισθησία του Σικελιανού αποτελεί την αφετηρία και τον όρο δημιουργίας του, δηλαδή μιας πνευματικής άσκησης που προσομοιάζει με την προσευχή ή την έκσταση. […] Ο Σικελιανός εισπνέει την πραγματικότητα και την εκπνέει με τον ποιητικό λόγο. Τα ενδιάμεσα της λογικής έχουν εξουδετερωθεί από την απεριόριστη ευαισθησία του […]. Ο λυρισμός που εκπροσωπεί ο Σικελιανός ισοδυναμεί με λύτρωση, παίδευση και μυσταγωγία.»

(Π. Πρεβελάκης, Σικελιανός, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1990, σελ. 30-31, 50, 57)

«Ό,τι προέχει στην ποίηση του Σικελιανού είναι η “Ιδέα” ή, καλύτερα, η παν-ιδέα: η ιδέα του αναμορφωτή, η ιδέα του πνευματικού ταγού, η ιδέα του πανθεϊσμού, η ιδέα της ενότητας του κόσμου […]. Το πραγματολογικό υλικό το αντλεί κυρίως από τη φύση, κι έπειτα από την αρχαιότητα, την Ορθοδοξία, και σε πολύ μικρό βαθμό από σύγχρονα ιστορικά γεγονότα (απελευθερωτικοί πόλεμοι). […]
Στον τομέα των ιδεών, πέρα από τη Μεγάλη Ιδέα και τον εθνικισμό του, το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ο έντονος ιδεαλισμός του ποιητή. Όλα τελικά τα ανάγει σε ιδέες, προπάντων όμως στην ιδέα του ύψους. Θα έλεγε κανείς πως έχει μόνιμη την τάση του ύψους, αν και δεν είναι καθόλου σαφής αυτή η έννοια του ύψους […]. Πέρα πάντως από την αόριστη ιδέα του ύψους, θα πρέπει να του αναγνωριστούν τρεις βασικές ιδέες, που όσο κι αν σπερματικά απαντούν στον Παλαμά, δεν είχαν αναπτυχθεί νωρίτερα σε τέτοια έκταση και τόσο επίμονα. Είναι οι ιδέες της συναίρεσης του χρόνου, η ιδέα της συναίρεσης των θεών και η ιδέα της συναίρεσης της ύλης με το πνεύμα. Η τωρινή στιγμή είναι για τον ποιητή, αν μπορώ να το πω έτσι, στιγμή πανχρονική. Με την έννοια ότι συναιρεί μέσα της όλο το πριν με το τώρα. […] Η συναίρεση των θεών, μια ιδέα θα 'λεγε κανείς πανθεϊστική, έχει τη σημασία της θεϊκής μεταμόρφωσης μέσα στους αιώνες. Μιας μεταμόρφωσης η οποία δεν παύει να ανταποκρίνεται στις ίδιες ουσιαστικές ιδιότητες. Έτσι ο Άδωνης ταυτίζεται, στο ποίημα “Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι”, με το Χριστό […]. Η πανθεϊστική αντίληψη του ποιητή αποτελεί κοινό τόπο μέσα στα κείμενά του. Η άλλη ιδέα αφορά, όπως έχω πει, τη συναίρεση ύλης και πνεύματος. […]
Πώς όμως μιλάει για το ποιητικό του αντικείμενο;
Πρώτα πρώτα έντονα ρητορικά. Το ποιητικό εγώ εκφέρει το λόγο του σε ανοιχτό χώρο, από εξώστη, και με μεγάλη ένταση φωνής. Ουσιαστικά κραυγάζει μ’ όλη του τη δύναμη. […] Δεν έχουμε λόγο εις εαυτόν, αλλά λόγο προς τον άλλο και τους άλλους. Ακόμα κι όταν γίνεται αναφορά σε εσωτερικά δεδομένα, γίνεται με τη μορφή αναγγελίας. Πάντα προς τα έξω. Στο πλαίσιο αυτής της εξωστρέφειας υπάρχει βέβαια και αρκετή δόση επίδειξης και ναρκισσισμού. […] Κι είναι αλήθεια πως κανένας άλλος Νεοέλληνας ποιητής, αν εξαιρέσουμε τον Καζαντζάκη, δεν έδειξε μια τόσο εγωμανή ατομικότητα. […]
Κοιτάζοντας τώρα συνολικότερα το πρόβλημα της έκφρασης στο Σικελιανό, έχουμε το περιθώριο, σε μια εποπτική θεώρηση των κειμένων, να κάνουμε τις επόμενες παρατηρήσεις.
α) Ο ποιητικός λόγος παρουσιάζει μορφή δήλωσης και είναι εκφραστικά ατελέσφορος, όταν αφορά εσωτερικές καταστάσεις του ποιητικού εγώ.
β) Γενικά η εσωτερική ζωή του ποιητικού εγώ δεν εκφράζεται ευθέως με άρτιο τρόπο. Αν και έχουμε, σχεδόν μόνιμα, λόγο σε πρώτο πρόσωπο, δεν έχουμε αντίστοιχες άμεσες αναφορές στον εσωτερικό του κόσμο δοσμένες με εκφραστική επάρκεια.
γ) Αντίθετα έχουμε πληθώρα εύστοχων περιγραφών του εξωτερικού φυσικού κόσμου.
δ) Μολαταύτα η ποίηση του Σικελιανού στην πλειονότητα της, ως πρόθεση τουλάχιστο, έχει στόχο το εσωτερικό εγώ του.»

(Γ. Αράγης, Η μεταβατική περίοδος της ελλαδικής ποίησης. Η σταδιακή της εξέλιξη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως το 1930, Σοκόλης, Αθήνα, 2006, σελ. 261-275)

«Σ’ αυτή την φοβερήν έκπτωση έφερε τον άνθρωπο η απάρνηση της Θεάς- Μάνας, της Μητέρας-Γης, της κοσμογονικής και κοσμοσυνεκτικής αρχής της μητρότητας, και η αφροσύνη του να αλυσοδέσει και να κάνει παίγνιο των ευτελών του ορέξεων αυτή την αγνή κ’ ευεργετική θεότητα της αγάπης, της στοργής και του ελέους. Στο θαυμάσιο ποίημά του “Ιερά Οδός” εκφράζει ο Σικελιανός όλο τον πόνο του για το σπαραχτικό τούτο θέαμα. Στο δρόμο, καθώς πορεύεται προς την ιερή Ελευσίνα, κάθισε για μια στιγμή ν’ αναπαυτεί και να στοχαστεί ο ποιητής. Αίφνης τον πλησιάζει ένας Ατσίγγανος, που έσερνε πίσω του αλυσοδεμένες δυο αργοβάδιστες αρκούδες. Χτυπά το ντέφι και τις τραβάει με τη βία να χορέψουν […] Δεν υπάρχει σωτηρία από τούτο το χαμό; Δούλος της αμείλιχτης μοίρας του είναι ο άνθρωπος του καιρού μας, προορισμένος να πάει στον όλεθρο; Αντίθετα προς τους άλλους, τους σκοτεινούς προφήτες του θανάτου, ο Σικελιανός πιστεύει, πιστεύει ακράδαντα στη σωτηρία. Και η πίστη του αυτή είναι που κάνει πιο υποβλητικό το κήρυγμά του […].
Πώς θάρθει; […] Χρειάζεται πρώτα “η κυκλική εκτίμηση της όλης Ιστορίας”, κ’ έπειτα “η καθαρή παράσταση μιας βάσης, οσοσδήποτε μικρής”, που θα συμβολίζει τη λαχτάρα και την ορμή προς την καθολική ενότητα: τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τη γη, την ένωσή του με τη Φύση, τη διαλλαγή του με τους αιώνιους νόμους της ζωής, την αδέλφωσή του με τους άλλους ανθρώπους, την εναρμόνιση σώματος και ψυχής, ιστορίας και πνεύματος, με λίγες λέξεις: “θα συμβολίζει την υψηλή κορυφή όπου τα πολλά γίνονται Ένα”.»

(Ε. Π. Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Ίκαρος, Αθήνα, 1977, σελ. 264-267)

«Είπε ο Malik ο γιος του Dinar: “Περνούσε ο Ιησούς (ο Θεός να τον ελεεί!) μαζί με τους αποστόλους πλάι από το ψοφίμι ενός σκύλου που ήδη βρωμούσε. Είπαν οι απόστολοι: Τι φοβερή οσμή αναδίνει ετούτο το σκυλί! Εκείνος απάντησε (ο Θεός να τον ευλογεί και να τον ελεεί!): Πόσο εξαίσια λάμπουν τα δόντια του!”
Από αυτό το χωρίο του Αλ Γαζαλί θα αντλήσει το θέμα ενός ποιήματός του ο Πέρσης ποιητής Νιζαμί (1141-1209). […] Το ποίημα αυτό του Νιζαμί παραθέτει ο Γκαίτε στις Σημειώσεις και παρατηρήσεις για το Διβάνι. Και ο Σικελιανός από πού αντλεί τον ποιητικό μύθο του “Άγραφου”; Χωρίς αμφιβολία η πρώτη και κύρια πηγή του είναι το Διβάνι του Γκαίτε. Προς απόδειξιν αρκεί, νομίζω, το γεγονός ότι ο Σικελιανός παραλείπει από το ποίημα του Νιζαμί ό,τι ακριβώς παραλείπει και ο Γκαίτε από αυτό […].
Όσο βέβαιο είναι ότι η κύρια πηγή του Σικελιανού για το “Άγραφον” είναι το Διβάνι του Γκαίτε, άλλο τόσο είναι βέβαιο πως δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι διακινδυνεύουμε πολύ αν υποθέσουμε πως ο Σικελιανός είχε λάβει γνώση, πριν γράψει το “Άγραφον”, του κειμένου του Αλ Γαζαλί που παραθέσαμε παραπάνω. Στο ποίημά του ο Νιζαμί κάνει λόγο για μια τυχαία ομάδα περαστικών με τους οποίους συζητάει ο Χριστός, ενώ ο Αλ Γαζαλί παρουσιάζει τον Χριστό να περπατάει με τους μαθητές του και να συνομιλεί μαζί τους για εκείνο το ψοφίμι, όπως ακριβώς κάνει και ο ποιητής του “Άγραφου”[…]. Δεν ήταν ανάγκη να έχει διαβάσει ο Σικελιανός το Περί της αναγεννήσεως των θρησκευτικών επιστημών του Αλ Γαζαλί για να βρει την εν λόγω διήγηση για τον Χριστό […]. Θα μπορούσε να τη βρει σε προσιτότερες συλλογές άγραφων του Χριστού. Αν ο Σικελιανός είχε μείνει μόνο στο ποίημα του Νιζαμί, όπως παρατίθεται από τον Γκαίτε, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τιτλοφορήσει το δικό του ποίημα “Άγραφον”.»

(Στ. Ζουμπουλάκης, «“Άγραφον”. Μικρό φιλολογικό σχόλιο για τις πηγές του ποιήματος», Νέα Εστία, τεύχος 1740, 2001, σελ. 968-970)


Read more: http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%86%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82%20%CE%A3%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82#ixzz2zv5hPrvt

Ανδρέας Εμπειρίκος «Του Αιγάγρου»

Mircea Costina Photography

Ανδρέας Εμπειρίκος «Του Αιγάγρου»

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάει. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμα του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω από το σουβλερό κεντρί του, βαρείς οι ογκώδεις όρχεις του κουνάνε σαν σήμαντρα μιας τηλαυγούς, μιας απολύτου ορθοδοξίας.
                Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρείες καδένες.
                Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει, σαν μέσα από πηγάδι βαθύ, μια μυριόστομη κραυγή ανθρώπων που ασθμαίνουν.
                «Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρείς και να μας σώσεις».
                Ο αίγαγρος κοιτάζει ακόμη και αφουγκράζεται. Όμως καθόλου δεν νοιάζεται για όλου του κάτω κόσμου τη βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του και κάθε τόσο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν να βρισκόταν σε στιγμές οχείας.
                «Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθείς και να μας σώσεις. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θα’ σαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη, θα σου προσφέρουμε τα πιο καλά, τα πιο ακριβά μανάρια μας... Για δες!».
                Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου, έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.
                Ο αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, σηκώνει το κεφάλι του και αφήνει ένα βέλασμα, που αντηχεί επάνω από τους λόγγους σαν γέλιο λαγαρό.
                Γεια και χαρά σου Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσεις του κάμπου τις κατσίκες; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παραπάνω, κάτι που, μα τους Θεούς, δεν ήκμασε ποτέ στους κάμπους κάτω - έχεις εδώ την Λευτεριά.
                Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο μέγας ταγός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων, αυτοί και ακόμη λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά μήπως τους φάει ο κάμπος, αυτοί που τα βουνά λιμπίστηκαν σαν επιβήτορες κυρίως, δοξολογούν τον οίστρο σου και το ζεστό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.
                Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς του κάμπους! Τι να τους κάνεις; Ο ήλιος σηκώνεται κάθε πρωί ανάμεσα στα κέρατα σου. Λάμπουν στα μάτια σου οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο πύρινος του Δία, κάθε φορά που με σπρωξιές ανένδοτες τα θηλυκά ριζοσκελώνεις, ως μέγας ψώλων, και σπέρνεις την απέθαντη γενιά σου.
                Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!
Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

[Γλυφάδα 12.7.1960]

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος με το ποίημά του αυτό συνθέτει έναν ξεχωριστό ύμνο για τους ανθρώπους εκείνους που διατηρούν ακέραια την ελευθερία τους, μένοντας μακριά από τις προσφερόμενες ευκολίες και τα γενικότερα θέλγητρα της σύγχρονης πολιτείας. Ο αίγαγρος, ο ιδανικά ανεξάρτητος άνθρωπος, αναγνωρίζει εγκαίρως πως όσα παρέχει η οργανωμένη κοινωνία, δίνονται έναντι υψηλού κόστους∙ η συντριβή της προσωπικότητας και ο δραστικός περιορισμός της ελευθερίας, είναι το αναγκαίο τίμημα για την ένταξη στην κοινωνία, για την απατηλά καθησυχαστική σκέψη πώς το άτομο ανήκει κάπου.
Ο αίγαγρος, είναι ο ληστής που προτίμησε την ελευθερία των βουνών και της ανομίας, είναι ο άνθρωπος που δικαίως αρνείται να παραχωρήσει το ανεκτίμητο δικαίωμα της ελεύθερης ύπαρξης∙ είναι εκείνος που δε δέχεται τις παρεμβάσεις, τους περιορισμούς και τον έλεγχο που αποζητά να επιβάλει η πολιτεία στα μέλη της. Έτσι, τη στιγμή που η πλειονότητα των πολιτών βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ ένα εξαιρετικά περιοριστικό πλαίσιο καθοδηγούμενων σκέψεων και προσδοκιών, ο αίγαγρος διατηρεί τη δυνατότητα της καθαρής και ανεπηρέαστης θέασης των πραγμάτων.
Σε μια κοινωνία που προδιαγράφει για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών της μια μέτρια ύπαρξη, ελάχιστων αξιώσεων∙ σε μια κοινωνία που πρωτίστως επιδιώκει την προάσπιση των συμφερόντων και του πλούτου μιας μικρής ομάδας, εις βάρος των πολλών, ο αίγαγρος, ο ανεξάρτητος άνθρωπος, είναι ο επικίνδυνος εχθρός.Είναι ο άνθρωπος που σεβάστηκε τη μοναδικότητα της υπόστασής του και την ανεξαρτησία του πνεύματός του. Είναι ο άνθρωπος που αρνήθηκε να δεχτεί πως ο φιλήσυχος, μα υποταγμένος βίος είναι ο προορισμός τους. Κι ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι συναίνεσαν, έστω κατ’ ανάγκη, στην απαλοιφή των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν το μοναδικό και ανεπανάληπτο του εαυτού τους, προκειμένου να εξομοιωθούν με το πλήθος, ο αίγαγρος όχι μόνο διατήρησε αλώβητη την προσωπικότητά του, αντιστάθηκε συνάμα και στην υποτιθέμενη ευδαιμονία του κοινωνικού βίου.
Ο αίγαγρος αρνήθηκε να θυσιάσει την ανεξαρτησία του για τα ελάχιστα που παρέχει η πολιτεία στους πολλούς, για τα μηδαμινά εκείνα που τα παρουσιάζει ως προνόμια, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα φτηνό αντιστάθμισμα όσων τους στερεί. Διέκρινε τη συντριπτική επενέργεια που έχει στους ανθρώπους η προσήλωση στο φιλήσυχο βίο της υποταγής, στο βίο που η κοινωνία προβάλλει ως ιδανικό, και παρέμεινε προκλητικά ανένταχτος και ανεξάρτητος. Κι είναι αυτή η ανεξαρτησία του που τον καθιστά αναγκαίο στους υπόλοιπους ανθρώπους, όταν συνειδητοποιούν πως η δική τους σκέψη και δράση δεν επαρκεί για να τους διαφυλάξει από τη συνεχώς επιτεινόμενη πλεονεξία των λίγων, από το διαρκώς εντεινόμενο έλεγχο που τους ασκείται.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρείς και να μας σώσεις»

Ο αίγαγρος είναι ο ληστής των βουνών, ο επαναστάτης, αλλά και ο άνθρωπος του πνεύματος, είναι όποιος και όσοι αντιλαμβάνονται τη φενάκη που τόσο επιτήδεια κρατά το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δέσμιο μιας αέναης υποταγής στην αδηφαγία των ισχυρών και προνομιούχων. Ο αίγαγρος, ο ανεξάρτητος άνθρωπος, που έχει σταθεί μακριά από τους συμβιβασμούς και την επώδυνη παραχώρηση της ελευθερίας, όπως τη βιώνουν οι περισσότεροι πολίτες, ακούει με περιφρόνηση τις εκκλήσεις για βοήθεια των «δεσμωτών» της οργανωμένης κοινωνίας. Αδιαφορεί για όσα του τάζουν και αρνείται να επιστρέψει στην πολιτεία που με μύριους τρόπους έχει εγκλωβίσει τα μέλη της και τους έχει στερήσει κάθε έννοια ελευθερίας.
Ο αίγαγρος είναι ο δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου, που έχοντας σπάσει τα δεσμά του κι έχοντας γνωρίσει την αλήθεια της πραγματικής ελευθερίας και της πραγματικής γνώσης, δε θέλει πια να επιστρέψει στο «σπήλαιο», δε θέλει να επιστρέψει εκεί που οι άνθρωποι ζουν αγνοώντας τις πλέον βασικές και καίριες αλήθειες για την ίδια τους τη ζωή.

Ο Εμπειρίκος έχει δημοσιεύσει δύο παραλλαγές αυτού του ποιήματος στη συλλογή Οκτάνα, κι ενώ στη μία αναφέρεται συνοπτικά στους Έλληνες ποιητές που εξέφρασαν με το έργο τους το ζητούμενο πνεύμα ελεύθερης και ανεξάρτητης σκέψης, στη δεύτερη προχωρά σε μια αναλυτικότερη αναφορά:
«Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ' έκρυβε μέσα του, βαθιά μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας, αι βάτοι αι φλεγόμεναι ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάει ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.»

Ο Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), ο οποίος στη σύντομη ζωή του κατόρθωσε να πρωτοστατήσει δίνοντας το έργο του στη δημοτική γλώσσα και εξυμνώντας τον ηρωισμό των Ελλήνων επαναστατών που δε δίστασαν να αναμετρηθούν με τις υπέρτερες δυνάμεις των Τούρκων.
Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), ο οποίος στο έργο του θέλησε να παρουσιάσει το μεγαλείο της ηθικής βούλησης των ανθρώπων, την πλήρη αποδέσμευσή τους από τα μικροπρεπή πάθη -που τόσο συχνά τους κρατούν δέσμιους-, και τη συνεπαγόμενη διεκδίκηση μιας διττούς απελευθέρωσης τόσο απ’ τους εξωτερικούς δυνάστες όσο και από τους εσωτερικούς περιορισμούς.
Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869), οποίος ύμνησε τα ιδανικά της ελευθερίας και του ηρωισμού με λόγο ιδιάζουσας πρωτοτυπίας που διατηρεί αναλλοίωτη τη σφραγίδα της ατομικότητας του ποιητή∙ στοιχείο εν τέλει που καθόρισε την ανεξάρτητη πορεία του στα ελληνικά γράμματα.
Ο Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910) που θέλησε να αναδείξει με κάθε τρόπο την αξία της ελληνικότητας και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του ελληνικού πνεύματος, το οποίο δεν υστερούσε σε τίποτε απέναντι στα δυτικά πρότυπα.
Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), το εξαιρετικά σημαντικό έργο του οποίου διακρίνεται για τη γόνιμη επαφή με τα έργα της κλασικής αρχαιότητας και για την αγάπη προς την ελληνική γη. Ο Σικελιανός, μάλιστα, θέλησε να καταστήσει τους Δελφούς κεντρικό σημείο αναφοράς για την πνευματική ένωση όλων των λαών, και κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για την αναβίωση των Δελφικών αγώνων.
Ο Κώστας Βάρναλης (1884-1974), ο οποίος έχοντας ασπαστεί τις ιδέες του κομμουνισμού θέλησε μέσα από το έργο να παρουσιάσει τη δεινή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι συγκαιρινοί του, επιδιώκοντας την αφύπνισή τους απέναντι στη δεσποτεία των οικονομικά ισχυρών. [Και στον πόλεμ᾿ «όλα για όλα» / κουβαλούσα πολυβόλα / να σκοτώνωνται οι λαοί / για τ᾿ αφέντη το φαΐ.]
Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985) και ο Νικήτας Ράντος (1907-1988), οι οποίοι πρωτοπαρουσίασαν στην Ελλάδα την υπερρεαλιστική γραφή, ανοίγοντας το δρόμο για τη ριζική ανανέωση του ποιητικού λόγου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), ο οποίος αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υπερρεαλιστική πρωτοπορία και αποτέλεσε με το ποιητικό του έργο μια σημαντική κορύφωση για την ελληνική λογοτεχνία.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921), ο οποίος αξιοποίησε, επίσης, στο έργο του τη γόνιμη επίδραση του υπερρεαλιστικού κινήματος.   

«Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς του κάμπους! Τι να τους κάνεις; Ο ήλιος σηκώνεται κάθε πρωί ανάμεσα στα κέρατα σου. Λάμπουν στα μάτια σου οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο πύρινος του Δία, κάθε φορά που με σπρωξιές ανένδοτες τα θηλυκά ριζοσκελώνεις, ως μέγας ψώλων, και σπέρνεις την απέθαντη γενιά σου.»

Ο Εμπειρίκος, πέρα από την ανεξαρτησία που διακρίνει τον αίγαγρο, τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση και τη δεσπόζουσα εκείνη δύναμη του γεννήτορα που του παρέχει το προνόμιο να προσφέρει ζωή. Ο αίγαγρος σπέρνει τη γενιά του τόσο σε κυριολεκτικό όσο και σε μεταφορικό επίπεδο, υπό την έννοια πως ο ανεξάρτητος άνθρωπος μεταλαμπαδεύει τις αξίες του, περνά στις επόμενες γενιές το πολύτιμο μήνυμα της πνευματικής και προσωπικής ελευθερίας, όχι μόνο μέσω των δικών του παιδιών, αλλά και με την επίδραση που ασκεί το παράδειγμα της ζωής του στους άλλους ανθρώπους.
Ο αίγαγρος, ως γεννήτορας, ως δημιουργός ζωής, δεν μπορεί παρά να αντιληφθεί τη μέγιστη ευθύνη που έχει απέναντι στη γενιά που φέρνει στον κόσμο. Είναι, αν μη τι άλλο, αδιανόητο για τον ανεξάρτητο άνθρωπο να μην προσφέρει στα παιδιά του, στους νεότερους ανθρώπους εν γένει, την ευκαιρία τουλάχιστον, να γνωρίσουν την αξία της σθεναρής αντίστασης απέναντι στο πλέγμα ελέγχου που στήνουν οι κρατούντες.
Η γενιά του αιγάγρου είναι απέθαντη ακριβώς επειδή ο ιδανικά ανεξάρτητα άνθρωπος φροντίζει να της δείξει το δικό του δρόμο, το δρόμο της ανυποταγής, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας στην πλέον καθαρή έκφανσή της.

«Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!
Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.»


Ο αίγαγρος παρά τις πολλαπλές προσφορές που του γίνονται απ’ τους ανθρώπους του κάμπου, αρνείται να εγκαταλείψει τις απόκρημνες  κορυφές στις οποίες ζει τη δίκαια κερδισμένη ελευθερία του. Η προσδοκία, άλλωστε, των δέσμιων και υποταγμένων ανθρώπων πως το αμιγώς ανεξάρτητο πνεύμα του αιγάγρου θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά για τους ίδιους είναι δύσκολα επιτεύξιμη. Η ελευθερία που προσδοκούν δεν μπορεί να επέλθει, αν δεν την διεκδικήσουν οι ίδιοι συνειδητά και με επώδυνους αγώνες. Ό,τι για τον αίγαγρο συνιστά φυσική κατάσταση, καθώς δεν γνωρίζει άλλο τρόπο ζωής πέρα απ’ τον πλήρως ανεξάρτητο, για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν κι έμαθαν να ζουν υποταγμένοι, συνιστά ένα πολύτιμο προνόμιο που οφείλουν να αγωνιστούν για να το κερδίσουν.  


Read more:http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82%20%CE%95%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%C2%AB%CE%A4%CE%BF%CF%85%20%CE%91%CE%B9%CE%B3%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%85%C2%BB#ixzz2zv5KA4Vv

Kerri Ertman Κωνσταντίνος Καβάφης «Μακρυά»




Kerri Ertman

Κωνσταντίνος Καβάφης «Μακρυά»

Θά ‘θελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια∙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
Α ναί, μαβιά ένα σαπφείρινο μαβί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο υπέροχο αυτό ποίημα καταγράφει με τρόπο ελλειπτικό μια από τις πρώτες ερωτικές του μνήμες. Η αδυναμία ανάκλησης λεπτομερειών λειτουργεί ενισχυτικά στην προσπάθεια του ποιητή να αποκρύψει την ταυτότητα του ερωτικού προσώπου, προσφέροντας έτσι ένα ποίημα που μεταδίδει κυρίως την υποβλητική ατμόσφαιρα του ερωτικού θαυμασμού και της επιθυμίας.
1η στροφή:
Η επιθυμία του ποιητή να μιλήσει για την ανάμνησή του αυτή προσκρούει στη λήθη που έχει επέλθει με την πάροδο των χρόνων. Έτσι, από την ιδιαίτερη αυτή εμπειρία των πρώτων εφηβικών δεν έχουν διασωθεί παρά ελάχιστες ψηφίδες.
Η μακρινή απόσταση από τη βίωση της εμπειρίας μέχρι τη στιγμή της ποιητικής της απόδοσης είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της καβαφικής μεθόδου, υπό την έννοια ότι ο ποιητής αφήνει πάντοτε το πέρασμα του χρόνου να σμιλέψει τις μνήμες του, προτού επιχειρήσει τη μετουσίωσή τους σε στίχους.
Η επιλογή, άλλωστε, του ποιητή να αποφεύγει την ποιητική δημιουργία υπό την άμεση επίδραση της εντύπωσης, είναι σύμφωνη και με το σχετικά αργοπορημένο ξεκίνημα της ποιητικής του παραγωγής. Στα νεανικά του χρόνια δόθηκε στις απολαύσεις, πλουτίζοντας τις ερωτικές του εμπειρίες και δημιουργώντας την κύρια πηγή της ποιητικής του έμπνευσης. Πληροφορία που μας την παρέχει ο ίδιος ο Καβάφης μέσα από τους στίχους του ποιήματος “Νόησις”: «Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο / μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου / σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.»
 2η στροφή:
Το δέρμα του αγαπημένου προσώπου ήταν λευκό και απαλό σα να ήταν φτιαγμένο από γιασεμί. Μια πρώτη εικόνα που ανταποκρίνεται τόσο στην αίσθηση της όρασης όσο και της αφής. Εικόνα που συνοδεύεται από τον χρονικό προσδιορισμό της εμπειρίας: «Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά...», ο οποίος όμως παραμένει έντεχνα ασαφής. Όλα έγιναν ένα βράδυ καλοκαιριού, χωρίς ο ποιητής να είναι βέβαιος αν επρόκειτο για αυγουστιάτικη βραδιά ή όχι.
Το λευκό και απαλό δέρμα, συνδυάζεται με τη γλυκιά ζέστη του καλοκαιριού κι ο ποιητής προχωρά στο πιο καίριο σημείο της ανάμνησής του, στα μάτια του αγαπημένου προσώπου. Προσπαθεί να θυμηθεί το χρώμα τους, διστάζει για λίγο, κι ύστερα η ανάμνησή τους έρχεται ξεκάθαρη, τα μάτια ήταν μαβιά, ένα σαπφείρινο μαβί. Βαθύ γαλάζιο χρώμα είχαν τα αγαπημένα μάτια και σ’ αυτά επικεντρώνεται κυρίως η ουσία της εμπειρίας αυτής, καθώς εκεί διακρίνει ο ποιητής όλη την ομορφιά και το ερωτικό κάλεσμα.
Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής καθοδηγεί με τρόπο αριστοτεχνικό την αναδημιουργία της ερωτικής αυτής στιγμής, αρχίζοντας με το δέρμα του ερωτικού συντρόφου, διευρύνοντας αμέσως την εικόνα για να αποκαλυφθεί η θελκτική καλοκαιρινή νύχτα, κι ύστερα καταλήγει στα μάτια, στα βαθυγάλανα μάτια που έμειναν στη μνήμη του ακέραια, μ’ όλη τους την ομορφιά.
Ιδιαίτερη μνεία, επίσης, θα πρέπει να γίνει στη χρήση των αποσιωπητικών (τα περισσότερα που συναντάμε σε ποίημα του Καβάφη), τα οποία εκφράζουν τους δισταγμούς, αλλά και τη συνεχή προσπάθεια του ποιητή να θυμηθεί την ξεχωριστή εκείνη νύχτα.


Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html#ixzz2zv3sKg3Q

Will Bullas Κωνσταντίνος Καβάφης «Φωνές»




Will Bullas

Κωνσταντίνος Καβάφης «Φωνές»

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Στο ποίημα Φωνές του Καβάφη κυριαρχεί η νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής του που χάθηκαν και ωθεί τον ποιητή σε μια αναδρομή στο παρελθόν με βασικό ερέθισμα την ανάκληση του ήχου της φωνής των αγαπημένων του ανθρώπων.
Ο ποιητής χαρακτηρίζει ιδανικές και αγαπημένες τις φωνές των ανθρώπων που πέθαναν ή έχουν πια απομακρυνθεί από τη ζωή του ποιητή, τοπικά ή συναισθηματικά, τόσο ώστε να θεωρούνται χαμένοι σα να έχουν ήδη πεθάνει.
Ο Καβάφης επιλέγει να μιλήσει για τις φωνές των αγαπημένων του και όχι για το πρόσωπό τους, καθώς η φωνή αποτελεί το βασικό μέσο έκφρασης συναισθημάτων και είναι συχνά φορέας πολύτιμων μηνυμάτων αγάπης ή σκέψεων ιδιαίτερης αξίας. Ο ποιητής, παράλληλα, επιλέγει να αναφερθεί στις φωνές των αγαπημένων του, μιας και στα πλαίσια του ιδιαίτερου υποβλητικού κλίματος που θέλει να δημιουργήσει, ο ήχος της φωνής παραπέμπει ευκολότερα στη μουσική. Το ποίημα Φωνές, άλλωστε, βασίζεται στην τεχνοτροπία του συμβολισμού, σύμφωνα με τον οποίο προέχει η δημιουργία μιας υποβλητικής συναισθηματικής κατάστασης. Ο ποιητής επιχειρεί εδώ να συσχετίσει τις μνήμες των αγαπημένων προσώπων με τη μουσική, δημιουργώντας μια σύνδεση ανάμεσα στις φωνές που επανέρχονται στη μνήμη μας με τη μουσική των νεανικών χρόνων, με το ιδιαίτερο εκείνο συναισθηματικό κλίμα που επικρατούσε στη ζωή μας κατά τα παιδικά μας χρόνια.
Επιπλέον, ο ποιητής αξιοποιεί το γεγονός πως ένας ήχος, μια φράση ή κάποτε και μια λέξη, μπορεί να πυροδοτήσει συχνά μια σειρά συνειρμών που μας επιστρέφουν σε πρόσωπα του παρελθόντος.
Ο ποιητής, μάλιστα, μη θέλοντας να καταστήσει το ποίημά του αυστηρά προσωπικό, χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό στις κτητικές αντωνυμίες, ώστε να μπορούν ευκολότερα οι αναγνώστες να ταυτιστούν με τις σκέψεις του ποιητή. Οι μνήμες, η νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα και η ανάκληση της ομορφιάς των παιδικών χρόνων, δεν αποτελούν συναισθήματα και ψυχολογικές λειτουργίες μοναχά του ποιητή. Κάθε άνθρωπος που έχει χάσει κάποιο δικό του πρόσωπο, μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση νοσταλγίας και ανάκλησης αναμνήσεων.
Η ανάκληση της φωνής των αγαπημένων προσώπων γίνεται είτε συνειδητά με τη σκέψη είτε ασύνειδα στα όνειρα, καθώς ακόμη κι όταν εμείς δε σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που χάσαμε, ο πόνος της απώλειας και η έντονη νοσταλγία δεν παύουν να υπάρχουν. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου τα συναισθήματά μας βρίσκουν τον τρόπο να επανέρχονται, υπενθυμίζοντας μας την αγάπη που αισθανόμασταν αλλά και την αγάπη που δεχτήκαμε από τους ανθρώπους που έχουν πια χαθεί από τη ζωή μας.
Η ανάμνηση του ήχου της φωνής των αγαπημένων προσώπων όταν επανέρχεται στη σκέψη μας, είτε συνειδητά είτε όχι, επαναφέρει παράλληλα και μνήμες από την πρώτη ποίηση της ζωής μας. Τα αγαπημένα πρόσωπα του παρελθόντος μας υπενθυμίζουν την ομορφιά, τη γαλήνη και την ευδαιμονία που επικρατούσε στη ζωή μας, στα παιδικά μας χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν αρμονικότερα και η ψυχή μας δεν είχε σημαδευτεί από τον πόνο της απώλειας.
Η επαναφορά των ήχων από την πρώτη ποίηση της ζωής, η υπενθύμιση της γαλήνης και της ευτυχίας των παιδικών ή και νεανικών χρόνων, δεν είναι βέβαια παρά φευγαλέα, καθώς τα συναισθήματα αυτά αποτελούν απλώς ανάμνηση και δεν μπορούν να αποκατασταθούν σε μια ψυχή που έχει βιώσει τόσο πόνο. Ούτως ή άλλως τα πρόσωπα που πλαισίωναν τις ευδαιμονικές στιγμές του παρελθόντος έχουν πλέον χαθεί, οπότε οι μνήμες της χαράς των παλαιότερων χρόνων είναι στιγμιαίες κι έρχονται σαν ήχος μουσικής που ακούγεται από κάπου μακριά και σιγά – σιγά σβήνει.
Η παρομοίωση που κλείνει το ποίημα μας παραπέμπει σε μια εμπειρία της καθημερινότητας, καθώς σε όλους έχει τύχει να ακούσουν κάποια νύχτα μουσική από κάποιο απομακρυσμένο μέρος που ακούγεται για λίγο και μετά σταδιακά σταματά. Ο ποιητής, βέβαια, αξιοποιεί το απλό αυτό γεγονός δίνοντάς του ιδιαίτερες προεκτάσεις, καθώς με την παρομοίωση αυτή εκφράζει την αδυναμία των αναμνήσεων και των συναισθημάτων που ανακαλούνται στην ψυχή μας να παραμείνουν ζωντανά για πολλή ώρα. Οι μνήμες της χαράς του παρελθόντος είναι παροδικές και δεν μπορούν παρά να διαρκέσουν ελάχιστα, καθώς η πραγματικότητα επανέρχεται και μας υπενθυμίζει πως όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν και δεν μπορούν να συμβούν ξανά.


Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_30.html#ixzz2zv3AMks3

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Για τη Νινή μου...

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Όταν σβήνουν τ' αστέρια







      








Μαζί  στις χαρές, μαζί στις λύπες, μαζί στις ασθένειες…  Εσένα αποχαιρετούσα όταν έφευγα από το σπίτι, εσύ με υποδεχόσουν με τα αστεία τσαλιμάκια σου. Μαζί χαζολογούσαμε στην τηλεόραση, μαζί περνούσαμε τις ώρες μας στον υπολογιστή, μαζί κοιμόμασταν… Από 20 ημερών έως τη μέρα που έπεσε η αυλαία της όμορφης πορείας μας, ήμασταν μαζί. Πώς πέρασαν τα χρόνια…
Βλέπω τις τελευταίες μας φωτογραφίες, όπου μέχρι και τη μέρα που έφυγες επιζητούσες την αγκαλιά μου, τα φιλιά μου και δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρια...
Σε έλεγα χαϊδευτικά αστέρι μου, γιατί ήσουν και θα είσαι για πάντα το ΑΣΤΕΡΙ ΜΟΥ. Έπαψες να λάμπεις εδώ, αλλά τώρα λάμπεις κάπου πολύ ψηλά όπως αξίζει στην περήφανη λιονταρίνα μου.
Γιατί ναι, υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος απ΄αυτόν εδώ. Θα έρθει η ώρα που θα τα ξανασυναντηθούμε σ’ ένα πανέμορφο μέρος. Για την ώρα ξεκουράσου και κοιμήσου γλυκιά μου…
Η γατομαμά σου
Selcouth
Για τη Νινή μου


10/8/2002 –  14/1/2014


Bullet for my Valentine - Curses

Ένα μπιχλο-τράπεζο (!)

Να μην σας ρωτήσω πώς περάσατε τις γιορτές, γιατί μάλλον θα με πάρετε με τις πέτρες, Φλεβάρη μήνα που το θυμήθηκα. Να σας πω την αλήθεια ούτε κι εγώ θα αναφερόμουν, αν δεν ήθελα να σας προτείνω κάποιες συνταγές που έφτιαξα σ' ένα τραπέζι που έκανα ανήμερα Πρωτοχρονιάς.
Ένα τραπέζι που με τίποτα δεν ήθελα να κάνω. Έχοντας άρρωστη τη Νινή μου, ήθελα απλά να είμαι με τις πυτζάμες όλη μέρα και να κάνουμε αγκαλίτσες και κανακέματα. 
Έλα μου όμως που υπάρχουν και οι κοινωνικές υποχρεώσεις... Έλα μου που οι άνθρωποι που θα τραπέζωνα μ' έχουν καλέσει στα σπίτια τους ουκ ολίγες φορές, συν -για να μην είμαι κι άδικη- είναι όλοι τους πολύ συμπαθείς και φιλόξενοι. Είναι 2 οικογένειες που γνώρισα τον τελευταίο χρόνο και δεν έχω τόση οικειότητα ώστε να πω έλα μωρέ δεν τρέχει τίποτα, τη βγάζουμε και με μια πίτσα... 
Ήμουν τρελά στραβωμένη! Από τη μια να κλαίω για τη Νινή κι από την άλλη να βρίζω για την καλέστρα. Μέσα στη μπίχλα λέμε! Παρ΄όλα αυτά αυτο-πιέστηκα και μου είπα... σκάσε και μαγείρευε. Τα άτομα στο σύνολο δέκα. Δέκα και πολύ φαγανά! Οπότε όπως καταλάβατε, χρειαζόμουν μαρμίτες και όχι απλές κατσαρόλες. 
Για 'μένα το να κάνω ένα τραπέζι είναι ένα δράμα. Κι εξηγώ... . Ανάβω 2 μάτια κουζίνας μαζί; Πάρε κάτω την ασφάλεια στο ρολόι της ΔΕΗ. Ανάβω φούρνο και μάτι μαζί; Σέκος το ρολόϊ της ΔΕΗ. Έτσι λοιπόν πρέπει να περιμένω πόοοοοτε θα φτιάξω κάτι στο ένα μάτι, να το σβήσω και να ανάψω το άλλο μάτι ή το φούρνο. Μαζί αποκλείονται. 
Να λοιπόν πώς έφτασα 4.00 το πρωί να σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να βγάλω την υποχρέωση. Τόσο μπινελίκι έχω να ρίξω ούτε θυμάμαι από πότε! 
Να με κοιτάζει η έρμη η Νινή -μέχρι και την τελευταία μέρα με ακολουθούσε παντού μέσα στο σπίτι, όπως πάντα- και να σκέφτεται... Άχουουου... Πάει, την χάνουμε!
Ήταν η πρώτη φορά απ΄όσο θυμάμαι, που δεν με ένοιαζε καθόλου για το πώς θα βγουν τα φαγητά. Έπαιρνα τα υλικά και σχεδόν τα πετούσα μέσα στις κατσαρόλες ή στα ταψιά. Ούτε χρόνους μαγειρέματος κρατούσα, ούτε τίποτα. "Θέλετε να καείτε; Καείτε, ίσα και που χέστηκα. Εγώ θα σας βγάλω όποτε το θυμηθώ". Κάποια στιγμή τα θυμόμουν και τα έβγαζα. Έπρεπε να μ' έβλεπε ο Σκαρμούτσος και να του πέσουν όλα τα τατού, από την ταραχή. 
Και φτάνει η ώρα του τραπεζιού... Καθόμαστε, σερβίρω και... Ούτε μια αποτυχία, ούτε ένα τσικ λάθος. Όλα τα πιάτα βγήκαν απόλυτα πετυχημένα, χωρίς την παραμικρή ατέλεια, χωρίς να υπάρξει κανένα πρόβλημα!
Μέσα από τα δόντια μου να ρίχνω ό,τι γαλλικό μου ερχόταν στο μυαλό. Δίπλα μου η φίλη μου η Ιφιγένεια (κάλεσα και κάποιο οικείο πρόσωπο) να με κοιτάζει και να μην καταλαβαίνει. "Τί έπαθες παιδάκι μου; " μου ψιθύρισε... "Τί να πάθω ρε! Δεν βλέπεις; Βγήκαν όλα μια χαρά"!!!!! "Είσαι βλαμμένο παιδί μου; Τί ήθελες να βγουν, σκατά; Δεν χαίρεσαι;
Χαιρόμουν ναι, αλλά από την άλλη με έπιασαν τα κατσικοδιάολα, αφού άλλες φορές που είμαι απόλυτα προσηλωμένη σ' αυτό που κάνω, που προσέχω, που μετράω σωστά, που φροντίζω για τους χρόνους μαγειρέματος, όλο και κάτι θα πάει στραβά... Ενώ τώρα που τα έγραψα όλα στα παλιά μου τα παπούτσια, είχαν βγει το ένα καλύτερο από το άλλο. Ε όχι ρε φίλε! Δεν παίζεται η κατάσταση! 
Λίγο αργότερα κοπάνισα τα μπυρόνια μου και ίσιωσα.
Όπως καταλαβαίνετε φώτος δεν υπάρχουν, αφού δεν είχα καμία διάθεση να ασχοληθώ. Όμως τις συνταγές θα τις αναφέρω, όπως κάνω πάντα. Αυτή τη φορά αρκετά περιληπτικά, γιατί ήδη η ανάρτηση έχει βγει τόσο μεγάλη, που  έχει φτάσει στη Λαμία και τραβάει προς Θεσσαλονίκη μεριά.
Να λοιπόν τα φαγητά που κακοποιήθηκαν βάναυσα εκείνη τη μέρα. 
Ξεκινάω με 2 πίτες, μια τυρόπιτα και μια κιμαδόπιτα. Την κιμαδόπιτα την ξέρετε, την έχω αναρτήσει μια προηγούμενη φορά. Η τυρόπιτα ήταν με μπεσαμέλ, συνταγή κάποιας γιαγιούλας που ερχόταν τότε στη δουλειά μου. Στο μέλλον θα την αναρτήσω....
   
Έφτιαξα χοιρινό με λαχανικά στη γάστρα από τις Συνταγές της Παρέας. Εύκολο μου φάνηκε, οπότε σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Το δε κρέας έλιωνε στο στόμα! Πραγματικά πολύ νόστιμο!
Έφτιαξα επίσης κοκκινιστό μοσχάρι με μπέϊκον και κρεμμυδάκια. Ως συνοδευτικό έπαιξε ο πουρές. Τη συνταγή μου την είχε δώσει μια φίλη προ αμνημονεύτων ετών. 
Έφτιαξα ένα σουφλέ μακαρονιών, συνταγή από τη φίλη μου την Άλις  που θα την αναρτήσω μια επόμενη φορά. Εύκολο κι υπέροχο! Σερβιρισμένο σε διάφανο ταψί έκανε το κομμάτι του που λένε.
Μερικές φορές βρίσκω κάποιες συνταγές, σωτήριες. Όπως ας πούμε την πατατοσαλάτα κέϊκ από το Συνταγές της Καρδιάς, την οποία σας την έχω δείξει στο παρελθόν. Η Έλενα μου έχει λύσει τα χέρια μ' αυτήν τη σαλάτα. Και πεντανόστιμη και πολύ ωραία παρουσιασμένη! Φουσκώνω σαν το παγώνι, όταν βλέπω τις εντυπώσεις που αφήνει!
Μια σαλάτα όμως δεν έφτανε κι έτσι έφτιαξα και πάλι από τις Συνταγές της Παρέας τη χριστουγεννιάτικη σαλάτα σαν τούρτα Όπως θα δείτε στη συνταγή υπάρχουν και πατάτες... Όμως εγώ δεν τις έβαλα, μιας και είχα ήδη την πατατοσαλάτα της Έλενας. Σας πληροφορώ ότι μια χαρά στάθηκε και χωρίς αυτές. Επίσης κάπου στα σχόλια -αν θυμάμαι καλά- διάβασα ότι κάποια από τις κοπελιές, ανέμειξε τη μαγιονέζα με λίγο γιαούρτι κι έτσι προτίμησα αυτήν την εκδοχή. Δροσερή, νόστιμη κι εντυπωσιακή σαλάτα κι αυτή!
Έφτιαξα και μια λαχανοσαλάτα, στην οποία από πάνω έκανα για ντεκόρ ένα "πάντρεμα" από 2 προτάσεις των Συνταγών της Παρέας. Ντοματούλα τριαντάφυλλο και χιονάνθρωπος από τυριά. Άδειασα την τομάτα και κότσαρα μέσα το χιονάνθρωπο. Τη φλούδα αντί για να τη χρησιμοποιήσω όπως λέει, την έβαλα γύρω από τον χιονάνθρωπο κι έγινε σα φρου φρου ( ! ) 

Επίσης έπαιξε και βασιλόπιτα. Αυτή τη φορά έφτιαξα δύο. Μια μικρή για να κόψω εγώ το βράδυ που άλλαζε ο χρόνος και μια μεγαλύτερη για να κόψουμε όλοι μαζί μετά το τραπέζι ανήμερα Πρωτοχρονιάς. Μη φανταστείτε κάτι τρελό. Κέϊκ βανίλιας ήταν, που μέσα είχα βάλει σε μικρά κομμάτια καρύδια και σταγόνες σοκολάτας. Την είχα φτιάξει πέρυσι πρώτη φορά κι από τότε την έχω υιοθετήσει. Ειρωνεία... Το φλουρί στη μικρή πίτα που έκοψα μόνη μου, έπεσε στη Νινή.


Αυτήν την περίοδο, τρώω ψωμί με φέτα και ντομάτα ή τοστ με ζαμπονότυρο και πίνω άπειρες φραπεδιές. Αρνούμαι κατηγορηματικά να μπω στην κουζίνα για κάτι άλλο. 
Κάαααποια στιγμή θα ξαναμαγειρέψω για να θυμηθώ παλιές καλές δημιουργικές στιγμές! 
Καλό μεσημέρι σε όλους και πολλά γλυκά φιλιά!




          






Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

~ * ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ * ~

~ * ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ * ~





Συνέχισε να πιστεύεις ότι με το συναίσθημα και τη δουλειά σου
συμμετέχεις στα σπουδαιότερα πράγματα.
Όσο εντονότερα καλλιεργείς μέσα σου αυτή την πεποίθηση,
τόσο η πραγματικότητα και ο κόσμος προοδεύουν
και βελτιώνονται....

RAINER MARIA RILKE







blue goddess Pictures, Images and Photos








Δεν μπορείς να βοηθήσεις κάποιον να ανέβει ψηλότερα,
χωρίς εσύ ο ίδιος να είσαι πιό κοντά στην κορυφή...

ΠΑΡΟΙΜΙΑ















Το να ξέρεις ποιό είναι το σωστό και να μην το κάνεις....
είναι η χειρότερη δειλία......

ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΣ






blue goddess Pictures, Images and Photos








Είμαι μόνο ένας, αλλά και πάλι καλά που είμαι ένας.
Δεν μπορώ να κάνω τα πάντα, αλλά και πάλι
κάτι μπορώ να κάνω.....
Κι επειδή δεν μπορώ να κάνω τα πάντα,
δεν θα αρνηθώ να κάνω το κάτι που μπορώ να κάνω.....



EDWARD  E.  HALE







Fantasy Pictures, Images and Photos









Αν πιστεύεις πωσ είσαι πολύ μικρός για να είσαι αποτελεσμετικός,
δεν έχεις ποτέ βρεθεί στο κρεβάτι μ 'ένα κουνούπι.........



ANITA RODDIK






blue Pictures, Images and Photos







Καλύτερα να είσαι μόνος.....
παρά με κακή παρέα......





GEORGE WASHINGTON







Blue Pictures, Images and Photos








Tο θάρρος μας δοκιμάζεται...
όταν ανήκουμε στην μειοψηφία.



RALPH W. SOCKMAN