Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γιώργος Θέμελης, Αλλιώς ωραίος



    Πίνακας : Bouguereau “Psyche et L'Amour » (1889)


Αυτό που λέμε ο έρωτας, δεν είναι
Ο Έρωτας: ο Άγγελος με τ' ανοιχτά φτερά.

Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.

Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.

Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.

Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.

Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
Ως νάχει βγει απ' την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.

Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.

Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.

Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.

Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.

Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.

Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.

Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.

(από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών, 1965)


Θανάσης Κωσταβάρας, Τόσο πολύ σ' αγάπησα


    (Πίνακας: Rafal Olbinski   “Graceful Dream of Poetic Glory")

Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως είχα αγγίξει την αθωότητα.
Κι ενώ ήμουνα λύκος
ερχόμουν να γρατσουνήσω την πόρτα σου.
Να βγεις να μου ρίξεις έστω μόνο μια τρυφερή σου ματιά
και να βουρκώσουν από ευτυχία τα μάτια μου.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως έγινα αόρατος.
Έγινα αέρας να βρίσκομαι πάντα κοντά σου.
Να σ' αγγίζω με τους θρύλους του δάσους
να σου περιγράφω τους ίσκιους της θάλασσας.
Και να σου φανερώνω τα λόγια
τα μαγικά λόγια που ζητάει για να ανοίξει ο Παράδεισος.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως είμαι αθάνατος.
Πως κανένα χιόνι δεν μπορεί να μ' αγγίξει, κανένα σκοτάδι
κανένας φόβος του θανάτου
δεν μπορεί να περάσει απ' τη ζεστή μου καρδιά.

Έξω απ' το φόβο πως ίσως μια μέρα θα με ξεχάσεις.
Θα περάσεις πλάι μου σαν να μην υπήρξα, να μη σ' άγγιξα.
Να μην ήρθα κοντά σου, σαν ένα θρόισμα του δάσους,
σαν ένας αέρας
σαν ένας λύκος που δεν ζητάει τίποτ' άλλο
παρά μια τρυφερή σου ματιά.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα.
Τόσο που πίστεψα πως μόνον όταν σε χάσω
τότε μόνον θα μπορέσει να μ' αγγίξει ο θάνατος.


(από τη συλλογή Η μακρινή άγνωστη χώρα, 1999)


Θωμάς Γκόρπας, Αναπόληση




(Timeless Beauty by Mark Spain)

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ' αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ' εσύ
να περνάς απ' έξω.

(από τη συλλογή "Στάσεις στο μέλλον", ΕΓΝΑΤΙΑ, 1979)

Θωμάς Γκόρπας, Αναπόληση



(Timeless Beauty by Mark Spain)

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ' αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ' εσύ
να περνάς απ' έξω.

(από τη συλλογή "Στάσεις στο μέλλον", ΕΓΝΑΤΙΑ, 1979)

Τίτος Πατρίκιος, Ρόδα αειθαλή




Πίνακας: Garmash “woman in red”



Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γιʼ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.


(από τη συλλογή Λυσιμελής πόθος, 2008)





Κούλα Αδαλόγλου, Μόνον προθέσεις





(Πίνακας; Edward Munch “Girl Washing” )


Τα μάτια σου – κι ο Ευριπίδης –
(γλυκές σταλαξιές .. από ξανθόμαυρο μελίσσι)
κι όσα ήθελα να σου ομολογήσω «μεταφορικά»
μείναν προθέσεις.
Τώρα στο τηγάνι τσιγαρίζω κρεμμυδάκι,
γεμίζει το σπίτι μυρωδιά από λάχανο
για σαρμάδες.
Τώρα χορεύω όπως μου βαράνε
όσοι από παλιά με βαφτίσαν
άμεμπτη και συνετή.
Μετανιωμένη από τώρα
για όσα τυλίγω μέσα μου κουβάρι,
για όποια ανατριχίλα έπνιξα
πριν προφτάσει να φτάσει στ’ ακροδάχτυλα,
να τα μουδιάσει.
Μετανιωμένη από τώρα
για ό,τι αργότερα θα βρίσκω μες στις αναμνήσεις
μόνο σαν πρόθεση.


(από τη συλλογή Καταγραφές, 1982)






Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το φως του απογεύματος

(Πίνακας: Fabian Perez «Untitled iii»)
Καθόταν στο διπλανό τραπέζι, 
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει, 
με έψαχνε με τα μάτια. 
Πριν καθήσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δέντρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση :
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει. 

(από την ανθολογία Το θηλυκό πρόσωπο 
της ποίησης στη Θεσσαλονίκη, 2007)