Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Βιτσέντζος Κορνάρος

J W Baker

Βιτσέντζος Κορνάρος

Εργοβιογραφικά


Ο Βιτσέντζος Κορνάρος, γιος του Ιάκωβου Κορνάρου και της Ζαμπέτας Ντεμέτζο, γεννήθηκε το 1533 στο χωριό Τραπεζόντα Σητείας και εγκαταστάθηκε το 1590 στον Χάνδακα ή Κάστρο (το σημερινό Ηράκλειο). Παντρεύτηκε τη Μαριέτα Τζεν (ή Ζένο) και απέκτησε δύο κόρες. Η οικογένειά του, όπως φαίνεται και από τα ονόματά τους, πρέπει να ήταν βενετικής καταγωγής, καθολικοί ελληνόφωνοι άρχοντες. Ο ίδιος υπήρξε μέλος του Συμβουλίου των Ευγενών στον Χάνδακα και αξιωματούχος (Signor di notte, Provveditor alla Sanita κ.λπ.). Πέθανε το 1613 ή 1614 και ενταφιάστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.
Έγραψε το θεατρικό έργο Η Θυσία του Αβραάμ (διασκευή του έργου Ισαάκ του Λουίτζι Γκρότο) που τυπώθηκε ανώνυμα το 1696-1697 (ένα χειρόγραφό του είναι χρονολογημένο το 1635), και ανάμεσα στα έτη 1600- 1610 το έμμετρο μυθιστόρημα Ερωτόκριτος, το οποίο, αφού κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα όλο τον 17ο αιώνα, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1713 στη Βενετία (τυπογραφία Αντωνίου Βόρτολι). Ο Ερωτόκριτος αποτελείται από 10.052 δεκαπεντασύλλαβους ζευγαρωτά ομοιοκατάληκτους στίχους, γραμμένους σε πλούσια γλώσσα, και άσκησε μεγάλη επίδραση στην εποχή του και στους Έλληνες ποιητές (Σολωμό, Παλαμά, Σικελιανό, Σεφέρη κ.ά.). Πρότυπό του θεωρήθηκε το πεζό Ρομάντσο του Παρίση και της Βιέννας του Pierre de la Cyprede (έργο γραμμένο στα γαλλικά το 1432 και μεταφρασμένο πολλές φορές στα ιταλικά, από όπου προφανώς το προσέγγισε ο Κορνάρος), το οποίο επί δύο αιώνες είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Πάντως η έλλειψη επαρκών βιογραφικών στοιχείων για τον ποιητή του Ερωτόκριτου ευθύνεται για μια φιλολογική διχογνωμία σχετικά με τη χρονολόγηση. Κατά τον Στ. Ξανθουδίδη, ο οποίος εξέδωσε το έργο το 1915, ο Βιτσέντζος Κορνάρος έζησε στο Ηράκλειο τον 17ο αιώνα και έγραψε το ποίημα ανάμεσα στα έτη 1626 και 1645, όταν άρχισε η πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους.

Η κριτική για το έργο του
«Η βασιλοπούλα Αρετούσα αγάπησε ένα από τα αρχοντόπουλα της αυλής του πατέρα της, τον Ερωτόκριτο. Η ανισότητα όμως της τάξης των δύο ερωτευμένων εμποδίζει τον γάμο τους και ο Ερωτόκριτος φεύγει εξόριστος. Ύστερα, χωρίς να φανερωθεί ποιος είναι, σώζει με την παλληκαριά του τη χώρα του από τους εχθρούς, ακολουθεί η αναγνώριση και ο γάμος των δύο ερωτευμένων. Ο μύθος στις γενικές γραμμές του καθώς και σε πολλά επεισόδια είναι δανεισμένος από ένα δυτικό έργο, Paris et Vienne. Ο Κορνάρος εγνώρισε πάντως το γαλλικό πρωτότυπο σε μια από τις πολλές ιταλικές του μεταφράσεις. επίσης φαίνεται να εγνώρισε και ιταλική διασκευή του από τον Orvietano. Εδώ όμως έχουμε όλα τα υλικά για να εξακριβώσουμε τι εσήμαινε για τον Έλληνα ποιητή η χρησιμοποίηση ενός ξένου έργου. [...] Από την άποψη της εκμετάλλευσης του θέματος, ο Κορνάρος ξεπερνάει το πεζολογικό πρότυπό του, μπάζοντας στις λεπτομέρειες μια θερμή λυρική πνοή, διανθίζοντάς τις με ποιητικές εικόνες και παρομοιώσεις. [...] Από την άποψη του λόγου, έχουμε μια θαυμαστά ώριμη ποιητική γλώσσα, πλούσια, πλαστική μαζί και μελωδική. Από την άποψη του στίχου έναν αψεγάδιαστα δουλεμένο δεκαπεντασύλλαβο, που παρακολουθεί με ίση επιτυχία την καμπύλη του ελληνικού λαϊκού στοχασμού και του ελληνικού λαϊκού στίχου. Η ρίμα, αν εξαιρέσουμε κάποιες συζητήσιμες περιπτώσεις, δεν στέκει κι αυτή χαμηλότερα. Μια υψηλή και ισόρροπη μαζί φαντασία βρίσκεται στην αφετηρία της ποίησης αυτής. Φαντασία δημιουργική σε ό,τι αγγίζει την μορφολογία και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ποιήματος, ισχυρά αναπλαστική σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο. Τι έμεινε από το αρχικό έργο; Ένα σχήμα. Από μια μυθιστορία της σειράς ο Έλληνας ποιητής έκανε ένα αριστούργημα.»

(Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος, 61975, σελ. 81-83)

«Η ιστορική τοποθέτηση της πλοκής, με τους χαρακτηριστικούς αναχρονισμούς της, έδωσε αφορμή στους φιλολόγους να σχολιάσουν δυσμενώς τη μόρφωση του ποιητή. Φαινόταν περίεργο το ότι στο έργο υπάρχουν συγχρόνως από τη μια μεριά η Αθήνα και το βασίλειο της Μακεδονίας, και από την άλλη το Βυζάντιο, οι Βλάχοι και οι Καραμανίτες. Φαινόταν περίεργο το ότι, ενώ η δράση τοποθετείται από τον ποιητή σαφώς στην αρχαιότητα, δεν μνημονεύονται θεοί ή πρόσωπα της εποχής αυτής. Παραξένευε ακόμη το ότι ο Κορνάρος μιλεί για μεσαιωνικά κονταροκτυπήματα στην εποχή των Ελλήνων, καθώς και το ότι αποσιωπά τους Τούρκους, τους Ρωμιούς και τους Βενετούς, ενώ αναφέρει τη Φραγκιά, τη λατινική Δύση. [...] Στην πραγματικότητα οι τολμηροί αναχρονισμοί του Κορνάρου έγιναν με τη θέλησή του και σύμφωνα με ορισμένο σχέδιο που αποσκοπούσε στον απαρτισμό ενός ιδανικού ποιητικού κόσμου, συστηματικά υπερχρονικού, τοποθετημένου στην ελληνική Ανατολή. Ο κόσμος αυτός θα ήταν αντίστοιχος προς τον κόσμο των παραδόσεων της δυτικής Ευρώπης, που ο ποιητής τον είχε γνωρίσει κυρίως στο έργο του μεγάλου δασκάλου του, του Ιταλού επικού Ariosto. Για τον απαρτισμό του μυθικού αυτού περιβάλλοντος ο Κορνάρος επέλεξε και σύνθεσε πράγματα από διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Αρκετοί υπαινιγμοί στοιχείων της αρχαίας μυθολογίας [...], η τοποθέτηση στα προ Χριστού χρόνια, τα αρχαία ή αρχαιοφανή ονόματα των προσώπων, η έξαρση της Αθήνας ως “θρόνου της αρετής και ποταμού της σοφίας”, δείχνουν ότι ο ποιητής δεν ήταν απληροφόρητος για την αρχαιότητα ούτε απαλλαγμένος από την αρχαιολατρική τάση της εποχής του. Ο Κορνάρος πέτυχε όμως αριστοτεχνικά την αφομοίωση του λόγιου αυτού στοιχείου μέσα στο ζωντανό νεοελληνικό χαρακτήρα του έργου του.»

(Στ. Αλεξίου, Ερωτόκριτος, Ερμής, Αθήνα, 1985, σελ. κα΄-κβ΄)

«Ο Ερωτόκριτος είναι ένα πολύ μακρύ ποίημα. Έχει δέκα χιλιάδες πενήντα δύο στίχους. Και όμως είναι ποίημα χωρίς ρητορεία. Κάποτε, πραγματικά τραβάει του μάκρους. Αλλά το μάκρος δεν οφείλεται στην επισώρευση λέξεων ή φράσεων χωρίς περιεχόμενο, που είναι μονάχα θόρυβος, μήτε στις ρηματικές υπερβασίες του αντικειμένου που έχει να εκφράσει ο ποιητής. Οφείλεται στις επαναλήψεις που, καθώς νομίζω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει. Λέω αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει, γιατί έχω την εντύπωση ότι αυτές οι επαναλήψεις γίνουνται “κατ’ απαίτησιν του κοινού”. Είναι με κάποιον τρόπο “μπιζαρίσματα”. Στο κονταροχτύπημα λ.χ. παρουσιάζει δεκατέσσερεις αρχοντόπουλους που χτυπιούνται. Και το κονταροχτύπημα του καθενός με τον αντίπαλό του περιγράφεται πάντα με την ίδια φροντίδα της λεπτομέρειας. Αν οι αρχοντόπουλοι ήταν οι μισοί, δε θα πάθαινε τίποτε το ποίημα. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τους διαλόγους της Αρετούσας με τη νένα Φροσύνη. Το ίδιο και για άλλα. Όλα αυτά θα ήταν καλύτερα να περιοριστούν. Τέτοιες κρίσεις είναι αυτονόητες για τον σημερινό αναγνώστη, που διαβάζει γρήγορα ένα βιβλίο κι ύστερα το πετά. Αλλά για τους πρώτους αναγνώστες, το διάβασμα ή το άκουσμα ενός ποιήματος σαν τον Ερωτόκριτο ήτανε μια γοητεία. Και η γοητεία αρέσκεται στην επανάληψη. Είναι η ίδια φύση με τη μαγική επωδό. Μια γοητεία που έπρεπε να κρατήσει πολλές βραδυές, ίσως τις βραδυές ενός ολόκληρου χειμώνα. Όταν τέλειωνε το ποίημα, το ξανάπαιρναν από την αρχή. Στο τέλος το μάθαιναν απέξω. Η επανάληψη, κοιταγμένη από αυτή την πλευρά, μοιάζει να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων. Ήτανε μέσα στην ψυχή του ακροατή ή του αναγνώστη, που την περίμεναν προτού μιλήσει ο ποιητής. Και ο ποιητής την εποχή εκείνη δεν ήταν, όπως οι σημερινοί, χωρισμένος από το κοινό του, ήτανε σύμφωνος με τους άλλους ανθρώπους.
Ο ποιητής του Ερωτόκριτου ξέρει να αφηγηθεί και, όταν χρειάζεται, ξέρει να ξεδιπλώσει τη δύναμη του πάθους. Αλλά ο χαρακτήρας του είναι να μιλά “με γνώση και με τρόπο”. Δεν έχει συμπάθεια για τα “μεγάλα φτερουγίσματα”, όπως συνηθίσαμε να λέμε από την εποχή του ρομαντισμού: Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια 'χουν τη χάρη να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει, κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο, κάνει να κλαίσιν και γελού τα μάτια των ανθρώπω. (Α 887-90)
Όταν δε χρειάζεται να ξεσπάσει, προτιμά να βηματίζει, και ο βηματισμός του αυτός, όπως κάθε βηματισμός, είναι ένας τρόπος αλυσιδωτός, ο ένας κρίκος βαστιέται από τον άλλον και τον επαναλαμβάνει. Γι’ αυτό, φαντάζομαι, παρατηρούμε ένα είδος εμπειρισμό στην πρόοδο του ποιήματος. Δεν εννοώ με τούτο πως ο ποιητής γίνεται κάποτε πεζός. Υπάρχει ένας ποιητικός βηματισμός, ένας ίσος και χαμηλός τόνος που είναι από τα πιο χαριτωμένα πράγματα που μας προσφέρει η ποίηση. Είναι αυτό που θα λέγαμε στη μουσική το ρετσιτατίβο.»

(Γ. Σεφέρης, «Ερωτόκριτος», Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, 51984, σελ. 284-286)

«Στην Κρήτη έγινε κατά τη γνώμη μου ό,τι και σ’ άλλες λογοτεχνίες της Ευρώπης στα χρόνια της Αναγέννησης. Και οι Ισπανοί λογοτέχνες λ.χ. της εποχής αυτής, μολονότι δέχονταν κι αυτοί την επίδραση των κλασικών και της ιταλικής Αναγέννησης, κατάφεραν να μη διακόψουν τους δεσμούς των με τους προηγούμενους, τους μεσαιωνικούς αιώνες, και μπόρεσαν να διατηρήσουν έτσι, στα λογοτεχνικά τους έργα, και τα αισθήματα και τις ιδέες του δικού τους μεσαίωνα. [...] Η αναχώνευση των δανεισμένων από άλλα έργα στοιχείων γίνεται με τέτοιο τρόπο από τον Κορνάρο που ο Ερωτόκρι-τος ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά του να τοποθετείται στη γενική ατμόσφαιρα των υστεροβυζαντινών μυθιστορημάτων και των άλλων ποιητικών έργων της ίδιας περίπου εποχής.»

(Ε. Κριαράς, «Ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της κρητικής λογοτεχνίας», Κρητικά Χρονικά, τ. 7, 1953, σελ. 298 κ.εξ.18)


Read more: http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%92%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82%20%CE%9A%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82#ixzz2zv6VKInX

Αντώνης Σαμαράκης «Το ποτάμι»

Monica and Michael Sweet 



… Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
- Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ’ από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως είτανε: ποτάµι. Είτανε µπροστά του αυτό το ποτάµι και τον περίµενε. Κι’ αυτός, γυµνός στην όχθη, δεν έπεφτε µέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ύστερα το ποτάµι µεταµορφώθηκε σε γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, µελαχρινή, µε σφιχτοδεµένο κορµί. Γυµνή, ξαπλωµένη στο γρασίδι, τον περίµενε. Κι’ αυτός, γυµνός µπροστά της, δεν έπεφτε πάνω της. Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ’ ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα ‘σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια... Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά. Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ’ όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Ερωτήσεις:

Α. Ο Αντώνης Σαμαράκης ανήκει στη γενιά των πεζογράφων που έζησαν τη φρίκη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Κρίνοντας από το διήγημα «Το ποτάμι», τι πιστεύετε ότι έχει βιώσει ο συγγραφέας από τον πόλεμο αυτό;                                  
[μονάδες 15]

Μέσα από την εμπειρία του νεαρού φαντάρου και των συμπολεμιστών του, λαμβάνουμε μια γενική εικόνα της ταλαιπωρίας και της ψυχολογικής φθοράς των ανθρώπων εκείνων που βιώνουν έναν πόλεμο. Πρόκειται για μια απάνθρωπη κατάσταση συνεχούς φόβου, κατά την οποία οι πολεμιστές βρίσκονται σε διαρκή κίνδυνο και ως εκ τούτου δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οτιδήποτε θα τους απομακρύνει απ’ το υπόλοιπο στράτευμα. Είναι αναγκασμένοι επομένως να στερηθούν και την παραμικρή «πολυτέλεια», όπως είναι το να κολυμπήσουν στα νερά ενός ποταμού ή να πλυθούν εν γένει∙ δεν μπορούν να παρεκκλίνουν απ’ την πορεία που σχεδιάζει η στρατιωτική τους ηγεσία, και οφείλουν πάντοτε να υπακούν στις διαταγές που τους δίνονται.
Στερημένοι από τις μικρές χαρές της ζωής, στερημένοι από τον έρωτα, γνωρίζουν μόνο το φόβο, την ανασφάλεια και τους επικίνδυνους τραυματισμούς ή και την απώλεια της ζωής κατά τις συγκρούσεις με τους εχθρούς. Παραμένουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα σ’ ένα ψυχοφθόρο καθεστώς ανελευθερίας, το οποίο επιδρά καταλυτικά στην ψυχοσύνθεσή τους. Μη γνωρίζοντας αν και πότε θα επανέλθουν στην πρότερη ειρηνική διαβίωσή τους, χάνουν σταδιακά τα στοιχεία που συνέθεταν την προσωπικότητά τους και γίνονται σκληρότεροι, κάποτε μάλιστα και αδίστακτοι, προκειμένου να διαφυλάξουν τη ζωή τους.

Β1. Πώς θα ερμηνεύατε το όνειρο του φαντάρου; Πιστεύετε ότι λειτουργεί και σαν πειρασμός;                                                                                                   
[μονάδες 20]

Το όνειρο του νεαρού στρατιώτη συνιστά έναν εφιάλτη, όπως το προσδιορίζει ο αφηγητής. Αρχικά βλέπει το ποτάμι, όπως είναι, κι ενώ θέλει πραγματικά να βουτήξει σε αυτό δεν μπορεί, σα να τον κρατά ένα αόρατο χέρι. Στη συνέχεια, ωστόσο, η ένταση της επιθυμίας επιτείνεται καθώς το ποτάμι μεταμορφώνεται σε μια όμορφη, μελαχρινή γυναίκα, η οποία βρίσκεται γυμνή στο γρασίδι και τον προσμένει. Εντούτοις ο νεαρός φαντάρος, δεν ανταποκρίνεται στο σαγηνευτικό κάλεσμα της γυμνής γυναίκας, παρόλο που στέκει γυμνός απέναντί της και ποθεί να βρεθεί μαζί της.
Το όνειρο αυτό έχει διττή λειτουργία υπό την έννοια πως σε πρώτο επίπεδο εκφράζει την επίγνωση του φαντάρου πως το να πέσει στο ποτάμι αποτελεί μέγιστο κίνδυνο για τη ζωή του, ενώ σε δεύτερο επίπεδο φανερώνει το βαθμό της επιθυμίας του. Έτσι, ενώ λίγο προτού κοιμηθεί έχει αποφασίσει πως την επόμενη μέρα θα πάει στο ποτάμι, αδιαφορώντας για ό,τι συμβεί, στον ύπνο του αδυνατεί να μπει σε αυτό, μιας και, ασύνειδα έστω, γνωρίζει και αντιλαμβάνεται πως η επιθυμία του αυτή προφανώς θα του στοιχίσει τη ζωή του. Το όνειρο, επομένως, αποκαλύπτει πως η εν θερμώ απόφαση να αδιαφορήσει για τη διαταγή της Μεραρχίας, δεν είναι απαλλαγμένη από το φόβο, αλλά και από τη γνώση του κινδύνου που ελλοχεύει.
Συνάμα, το όνειρο παρουσιάζει την ένταση της επιθυμίας του νεαρού, εφόσον στη σκέψη του η ανάγκη να πέσει στο ποτάμι είναι ισοδύναμη με μιαν άλλη απόλαυση που έχει στερηθεί, με την ερωτική απόλαυση της γυναίκας. Υπ’ αυτό το πρίσμα το όνειρο ενέχει και το στοιχείο του πειρασμού, καθώς ο νεαρός αντικρίζει το ποτάμι ως κάτι το εξόχως επιθυμητό, ως κάτι το ανυπέρβλητα ελκυστικό. Η μορφή της μελαχρινής γυναίκας, με το σφιχτοδεμένο κορμί, αποτελεί ένα ισχυρό ερωτικό κάλεσμα, που δείχνει με πλήρη σαφήνεια πόσο θέλει και επιθυμεί ο φαντάρος να κολυμπήσει στα νερά του ποταμού.

Β2. Για ποιους λόγους πιστεύετε ότι ο φαντάρος παραβαίνει τη διαταγή της Μεραρχίας; Γίνεται αυτό συνειδητά;                                                          
[μονάδες 20]

Στα δυόμισι χρόνια που διαρκεί ήδη ο πόλεμος ο φαντάρος έχει στερηθεί μαζί με τους συμπολεμιστές του κάθε πιθανή χαρά, όσο μικρή κι αν λογίζεται αυτή στην καθημερινότητα μιας ειρηνικής διαβίωσης. Δεν έχει τη δυνατότητα να πλυθεί, δεν έχει την ευκαιρία να ζήσει ούτε μια στιγμή χωρίς το φόβο και το αίσθημα πανικού με το οποίο περιβάλλει τα πάντα ο πόλεμος. Βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση καταπίεσης, και στη δική του σκέψη δε μοιάζει να υπάρχει το ενδεχόμενο μιας άμεσης ή έστω σύντομης επιστροφής στον πρότερο ειρηνικό βίο. Αισθάνεται, επομένως, παγιδευμένος σ’ αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες που έχει δημιουργήσει η εμπλοκή τους στον πόλεμο.
Είναι μόλις 23 ετών κι έχει ήδη σημαδευτεί ψυχικά και σωματικά απ’ την αδυσώπητη επενέργεια της συμμετοχής στη φρικτή πράξη του πολέμου. Άρα, η επιθυμία του νεαρού να κολυμπήσει στο ποτάμι δεν είναι απλώς η επιθυμία να πλυθεί (αυτά τα δυόμιση χρόνια του είχε φάει η βρώμα), ή η επιθυμία να γευτεί μια απλή χαρά, είναι πολύ περισσότερο μια κραυγή απόγνωσης μπροστά στην απελπισία που τον έχει φέρει ο πόλεμος. Είναι ένα ξέσπασμα της εσωτερικής του ανάγκης για ελευθερία∙ είναι ένα ξέσπασμα της νιότης του που επιθυμεί και απαιτεί να ζήσει μακριά απ’ τα δεσμά του πολέμου.
Η διαταγή της Μεραρχίας παρόλο που δίνεται με σαφή πρόθεση να προφυλάξει τους στρατιώτες από τη δεδομένη θανάτωσή τους απ’ τον εχθρό, στη σκέψη του νεαρού φαντάζει ως ένα ακόμη στοιχείο καταπίεσης και ανελευθερίας. Η διαταγή συμβολίζει όλη την καταπίεση που άθελά του βιώνει συμμετέχοντας σ’ αυτόν τον πόλεμο. Νιώθει πως επιχειρούν να του στερήσουν τη μοναδική ευκαιρία να αισθανθεί και πάλι, έστω για λίγο, ελεύθερος και ξέγνοιαστος. Για εκείνον, λοιπόν, η παραβίαση της διαταγής είναι ένας τρόπος να αντιταχθεί σ’ όλον εκείνο τον ασφυκτικό κλοιό του πολέμου και την παραβιάζει σε μεγάλο βαθμό συνειδητά. Ο ίδιος σχολιάζει πως το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να προλάβει να βουτήξει στα νερά του ποταμού και τα παρακάτω δεν τον ενδιέφεραν.
Γνωρίζει, επομένως, ο νεαρός πως με την παραβίαση της διαταγής θέτει τον εαυτό του σε μεγάλο κίνδυνο, τον οποίο και επιλέγει να αψηφήσει. Ωστόσο, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας την ιδιάζουσα ψυχολογική του κατάσταση και το σημείο απόγνωσης στο οποίο είχε περιέλθει μετά από τόσο καιρό στερήσεων και φόβου. Κι είναι αυτό το αίσθημα απόγνωσης που υπονομεύει την κρίση του νεαρού και καθιστά την απόφασή του περισσότερο ένα τόλμημα υπό πίεση, παρά μια λογικά παρμένη απόφαση. Έτσι, ο νεαρός φαντάρος δεν επιλέγει συνειδητά να βαδίσει προς το θάνατό του, επιλέγει κυρίως να διεκδικήσει το ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία.

Γ. Να σχολιάσετε τη φράση: «Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δύο γυμνοί. Δύο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από Εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους».
[μονάδες 25]

Η στιγμή που οι δύο αντίπαλοι στρατιώτες στέκουν γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλο αποτελεί την κορύφωση αυτού του διηγήματος, καθώς το αντιπολεμικό μήνυμά του δίνεται με τον πλέον εναργή τρόπο. Οι δύο στρατιώτες απαλλαγμένοι από τις στολές τους, εμφανίζονται συνάμα απαλλαγμένοι κι από την εθνικότητά τους, κι είναι πλέον δύο απλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μεταξύ τους. Δύο νέοι άνθρωποι που θέλουν απλώς να κολυμπήσουν στο ποτάμι και να χαρούν λίγες στιγμές απόλαυσης και ελευθερίας.  Δύο νέοι άνθρωποι γυμνοί, με την ίδια αξία, με παρόμοια όνειρα κι ελπίδες. Ο νεαρός στρατιώτης δεν αποφασίζει, λοιπόν, να σκοτώσει τον εχθρό του, καθώς απέναντί του δε βλέπει παρά έναν ακόμη άνθρωπο, όπως ακριβώς είναι κι αυτός∙ δε βλέπει έναν εχθρό, έναν μισητό αντίπαλο, αλλά έναν ακόμη συνάνθρωπό του.
Η ανθρωπιά του νεαρού στρατιώτη, ανθρωπιά που θα αποβεί μοιραία για τον ίδιο, τον οδηγεί να αναλογιστεί το προφανές. Απέναντί του βρίσκεται ένας άνθρωπος, που έχει κάθε δικαίωμα στη ζωή, ένας άνθρωπος που δε διαφέρει σε τίποτα απ’ τον ίδιο (στοιχείο που ενισχύεται και τονίζεται απ’ τη γύμνια των δύο στρατιωτών). Πώς, επομένως, να τραβήξει τη σκανδάλη; Πώς να σκοτώσει ένα συνάνθρωπό του, ιδίως τη στιγμή που είναι τόσο ευάλωτος;

Με το ευφυές τέχνασμα της γύμνιας των δύο αντιπάλων ο συγγραφέας θέτει το θέμα του πολέμου στην ουσία του. Οι άνθρωποι είναι το δίχως άλλο ίδιοι και ίσοι μεταξύ τους, γιατί επομένως να δημιουργούν και να θέτουν διαχωριστικά σύνορα ανάμεσά τους, γιατί να αλληλοσκοτώνονται απ’ τη στιγμή που όλοι επιθυμούν τις ίδιες απλές απολαύσεις απ’ τη ζωή τους. Γιατί να μην επιλέγεται η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών και η αρμονική συνύπαρξη, αντί του ολέθριου και κατά βάση μάταιου πολέμου. 


Δ. Αφού διαβάσετε το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Καραγιάννη «Ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922)» να εντοπίσετε τη διαφορά στη συμπεριφορά του δεκανέα της ιστορίας σε σχέση με αυτή του φαντάρου στο διήγημα «Το ποτάμι» του Αντώνη Σαμαράκη και να αιτιολογήσετε συνοπτικά τη στάση τους.  [μονάδες 20]

«Φτάσαμε εντέλει στο χωριό και είδαμε τη φάλαγγα του εχθρού να πέφτει στο ποτάμι για να περάσει απέναντι και να επιβιβαστεί στα τραίνα που την περίμεναν εκεί και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Και εκεί όπου είχαμε σταματήσει, πέρασε ένας δεκανέας του ιππικού, που, κατά τύχη, βρήκε ένα λαβωμένο Τούρκο. Σαν τον είδε χάμω, προσπαθούσε και επέμενε να πατήσει με το άλογό του τον κατάκοιτο τραυματία. Ο ίππος του όμως δεν πατούσε πάνω στον άνθρωπο, αλλά πηδούσε δίχως να τον πατάει. Αφού λοιπόν είδε ο δεκανέας πως ο ίππος του σεβόταν τον άνθρωπο, ξεσπάθωσε και άρχισε να δίνει αλύπητα χτυπήματα. Τον πρόσεξε ο λοχαγός μας και τον παρατήρησε: “Τι κάνεις εκεί, δεκανέα; Σκοτώνεις τον σκοτωμένο. Φύγε αμέσως, αυτός ο άνθρωπος είναι τραυματίας σε ώρα μάχης”. Ο δεκανέας δεν έδωσε σημασία στο λοχαγό παρά συνέχισε το έργο του. Και όταν πρόσεξε πως ο λοχαγός είχε θυμώσει και είχε βγάλει το πιστόλι του, κάρφωσε τη σπάθα του στο λαιμό του τραυματία και με μια σπιρουνιά στον ίππο του χάθηκε καλπάζοντας. Και ακουγόταν η φωνή του: “Θα μου κλάσεις τα αρχίδια, κυρ λοχαγέ, βάλε το πιστόλι στον κώλο σου”. Τέτοια γίνονται.»

Στο διήγημα «Το ποτάμι» του Αντώνη Σαμαράκη ο νεαρός φαντάρος, παρόλο που έχει την ευκαιρία να πυροβολήσει και να σκοτώσει τον αντίπαλο στρατιώτη, μιας κι έχει κατορθώσει πρώτος να ανακτήσει το όπλο του, δεν το κάνει. Ο νεαρός φαντάρος, αντικρίζοντας απέναντί του γυμνό τον αντίπαλό του, συνειδητοποιεί τον παραλογισμό του πολέμου, την απόλυτη σκληρότητα και το αφύσικο του να δολοφονείς έναν συνάνθρωπό σου, μόνο και μόνο γιατί ανήκει σε διαφορετικό έθνος. Αντιλαμβάνεται πως όσα τους ενώνουν, αυτούς τους δυο γυμνούς ανθρώπους, είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα ενδεχομένως τους χωρίζουν. Η στάση του νεαρού φαντάρου είναι γεμάτη ανθρωπιά, κατανόηση και συμπόνια για τον τραγικά εκτεθειμένο εχθρό του.
Στον αντίποδα αυτής της ευγενούς στάσης βρίσκεται η συμπεριφορά του δεκανέα από την Ιστορία ενός στρατιώτη, του Χρήστου Καραγιάννη. Ο δεκανέας, ο οποίος συμμετέχει στους επιθετικούς πολέμους της μικρασιατικής εκστρατείας και δεν βρίσκεται αμυνόμενος απέναντι στους Τούρκους, επιδεικνύει μια απάνθρωπη αγριότητα επιχειρώντας να σκοτώσει έναν ήδη τραυματισμένο αντίπαλό του, πατώντας τον με το άλογό του. Κι ενώ το άλογο αποφεύγει να πατήσει τον κατάκοιτο άνθρωπο, ο δεκανέας αντί να εγκαταλείψει την προσπάθειά του, έβγαλε το σπαθί του κι άρχισε να τον χτυπά δίχως έλεος. Μόλις, μάλιστα, έγινε αντιληπτός από έναν παριστάμενο λοχαγό, ο οποίος και ορθώς του ζήτησε να σεβαστεί τον τραυματία, ο δεκανέας συνέχισε απτόητος το βέβηλο έργο του. Μόνο όταν κατάλαβε πως ο λοχαγός είχε εκνευριστεί κι είχε βγάλει το πιστόλι του αποφάσισε να φύγει, αφού όμως πρώτα κάρφωσε το σπαθί του στο λαιμό του τραυματία.
Οι απαράδεκτες πράξεις του Έλληνα δεκανέα προδίδουν εκδικητικότητα, μίσος και φυσικά τη διάθεση να εκμεταλλευτεί την αδυναμία του αντιπάλου του, ώστε να ξεσπάσει πάνω του την προφανή οργή που έχει μέσα του. Ο δεκανέας δε δείχνει κανένα σεβασμό απέναντι στον εχθρό του, δεν του αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόστασή του, τον βλέπει απλώς ως έναν μισητό αντίπαλο, τον οποίο και οφείλει να εκμηδενίσει. Η έλλειψη ανθρωπιάς που χαρακτηρίζει το δεκανέα, συνοδεύεται άλλωστε κι από έλλειψη παιδείας και καλλιέργειας. Ο υβριστικός τρόπος με τον οποίο μιλά στον στρατιωτικά ανώτερό του λοχαγό, υποδηλώνει ακριβώς το χαμηλό του επίπεδο.
Ακόμη κι αν δεχτούμε πως ο δεκανέας μισεί τους Τούρκους για την πολύχρονη καταπίεση των Ελλήνων, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε την αγριότητά του απέναντι σ’ έναν ήδη ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Σε αυτό μας κατευθύνει κι η συνετή στάση του λοχαγού, ο οποίος τον καλεί να σεβαστεί τον άνθρωπο που τραυματίστηκε σε ώρα μάχης.

Ο έλεγχος, ωστόσο, της συμπεριφοράς του δεκανέα με ηθικά κριτήρια διαμορφωμένα εκ του ασφαλούς και σε περίοδο ειρήνης, δε λαμβάνει υπόψη τη σκληρότητα της πραγματικότητας που αντιμετωπίζει ο πολεμιστής αυτός. Η στάση του είναι γέννημα ενός αδυσώπητου αγώνα, κατά τον οποίο οι ευαισθησίες έχουν εξαλειφθεί, όχι αναγκαία λόγω ελλιπούς πνευματικής και ηθικής καλλιέργειας, αλλά, το δίχως άλλο, ως βασική προϋπόθεση επιβίωσης. Ο δεκανέας -όπως και χιλιάδες συμπολεμιστές του- έχει δεχτεί την καταλυτική επίδραση εμπειριών τέτοιας έντασης, ώστε οι τρόποι σκέψης και δράσης του να είναι ανοίκειοι σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν βιώσει το απόλυτο ξεθεμελίωμα οποιουδήποτε αισθήματος ασφάλειας που συντελείται σ’ ένα πεδίο μάχης. 
Ο Δεκανέας του ιππικού, εκ των πραγμάτων ανήκων σε μάχιμο τμήμα του ελληνικού στρατού, με δράση στην πρώτη γραμμή, έχει απελευθερωθεί πλήρως από σύνδρομα υποταγής και ιεραρχίας που αρμόζουν μόνο σε φοβισμένους χωριάτες. Είναι ο Αχιλλέας που λίγο πιο πάνω υπερφαλάγγισε και κατακρεούργησε τον Έκτορα και απείλησε τον Πρίαμο, όταν εκείνος ξέχασε πως είναι αυτός που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και πως είναι αυτός που ζητάει χάρη∙ είναι η τροφός του Άρη που καταβροχθίζει και καταστρέφει∙ είναι ο πολεμιστής του 1821 που σφάζει αβέρτα τους Τούρκους στην Τρίπολη∙ είναι ο Σουλιώτης πολεμιστής που μετά τη μάχη ποδοπατεί τους νικημένους εχθρούς του, σκίζει τις σημαίες τους, βλαστημάει τις ψυχές των νεκρών τους, τους περιφρονεί και δεν τους θάβει... Αυτά γίνονται, όπως σχολιάζει και ο συγγραφέας κυνικά αλλά αληθινά, αυτά γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται σε κάθε πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς, επαναλαμβάνοντας το προφανές.
Ο λοχαγός, από την άλλη, αρκείται σε παρατηρήσεις φιλολογικού ενδιαφέροντος ανίκανος να επιβληθεί στον στρατιώτη, και πιθανόν να μην είναι το ανθρώπινο ενδιαφέρον του που καθορίζει τη στάση του, αλλά η ξεφτισμένη ιπποτική αντίληψη της Δυτικής Ευρώπης που διέπει την δυτικόστροφη εκπαίδευσή του (ασχέτως αν οι ίδιοι λαοί της Δύσης είναι υπεύθυνοι για γενοκτονίες σε αποικίες, για δύο παγκόσμιους πολέμους κτλ).  Επίσης είναι ο φόβος του, μην υποστεί τα ίδια, μιας και βλέπει ότι το κακό της υποχώρησης του ελληνικού μετώπου έρχεται.


Read more:http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%82%20%CE%A3%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82%20%C2%AB%CE%A4%CE%BF%20%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%BC%CE%B9%C2%BB#ixzz2zv64sKbd

Άγγελος Σικελιανός

Leonardo da Vinci

Άγγελος Σικελιανός

Εργοβιογραφικά στοιχεία


Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε το 1884 στη Λευκάδα. Γράφτηκε στη Νομική, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, γιατί τον κέρδισε η θεατρική Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, όπου έπαιξε σε πολλές παραστάσεις. Παράλληλα, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε περιοδικά. Το 1906 γνώρισε στο σπίτι της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ. Αμέσως μετά ταξίδεψε στη Λιβύη, όπου έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον Αλαφροΐσκιωτο, και έπειτα, όταν επέστρεψε, έφυγε με την Εύα για την Αμερική, παντρεύτηκαν και γύρισαν μετά από ένα χρόνο στη Λευκάδα. Πήρε μέρος εθελοντικά στους Βαλκανικούς πολέμους. Το 1914 γνώρισε τον Νίκο Καζαντζάκη, μαζί με τον οποίο ταξίδεψε στο Άγιο Όρος και σε όλη την Ελλάδα. Το 1922 συνέλαβε μαζί με την Εύα το σχέδιο των Δελφικών γιορτών, που πραγματοποιήθηκαν το 1927 και το 1930, με χρηματοδότηση της Εύας. Με τις γιορτές αυτές ο Σικελιανός οραματίστηκε την ίδρυση μιας παγκόσμιας πνευματικής αμφικτιονίας με κέντρο τον «ομφαλό της γης», τους Δελφούς, και με στόχο την παγκόσμια συναδέλφωση (Δελφική Ιδέα).
Το 1933 η Εύα ταξίδεψε στην Αμερική για να ζητήσει οικονομική ενίσχυση, αλλά δεν της δόθηκε άδεια επιστροφής στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα το ζευγάρι να χωρίσει και οι γιορτές να μην επαναληφθούν. Το 1939 ο Σικελιανός παντρεύτηκε την Άννα Καμπανάρη-Καραμάνη και το 1947 έγινε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Προτάθηκε τρεις φορές για το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στους Δελφούς. Στον ίδιο χώρο τάφηκε το 1952 και η Εύα Πάλμερ.
Ο Σικελιανός που οραματιζόταν έναν καθολικό θρησκευτικό μύθο, στον οποίο οι πρωτόγονες μητριαρχικές θρησκείες, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, ο ορφισμός και ο χριστιανισμός θα ενώνονταν δημιουργικά, συνέθεσε ένα ποιητικό έργο, βασικά γνωρίσματα του οποίου είναι ο έντονος λυρισμός, η φυσιολατρική διάθεση, η αίσθηση της νεότητας και του σφρίγους, ο διονυσιασμός και ο ερωτισμός. Ο λόγος του είναι μεγαλόστομος κι αρρενωπός. Τα ποιήματά του βρίσκονται σήμερα συγκεντρωμένα σε έξι τόμους με τίτλο Λυρικός Βίος. Περιλαμβάνουν τις ακόλουθες συλλογές: «Αλαφροΐσκιωτος», «Ραψωδίες του Ιονίου», «Δελφικός Ύμνος», «Επίνικοι Α΄», «Νέκυια Α΄», «Αφροδίτης Ουρανίας», «Πρόλογος στη Ζωή: Η Συνείδηση της Γης μου. Η Συνείδηση της Φυλής μου. Η Συνείδηση της Γυναίκας. Η Συνείδηση της Πίστης. Η Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας», «Μήτηρ Θεού», «Πάσχα των Ελλήνων», «Δελφικός Λόγος» κ.ά. Έγραψε επίσης και έξι τραγωδίες, που συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον γενικό τίτλο Θυμέλη («Ο Διθύραμβος του Ρόδου», «Σίβυλλα», «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», «Ο Χριστός στη Ρώμη» κ.ά.).

Η κριτική για το έργο του

«Ο Σικελιανός ανανεώνει την παράδοση, σπάζοντας απ’ τον Αλαφροΐσκιωτο κιόλας —και αποφασιστικότερα με τον Πρόλογο στη ζωή— την ακαμψία του παραδοσιακού στίχου, ενώ ταυτόχρονα ξαναγυρίζει κάθε τόσο στα παλιά στροφικά, μετρικά και ομοιοκαταληκτικά συστήματα, μεταπηδώντας απ’ τον ιαμβικό δεκαεξασύλλαβο, τον συνδυασμένο με επτασύλλαβο, στον ορθόδοξο δεκαπεντασύλλαβο με πλεχτή ομοιοκαταληξία, κι απ’ το δεκαπεντασύλλαβο τετράστιχο στο ζευγαρωτό δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο. Μα η ουσιαστικότερη ανανέωση έρχεται απ’ την εσωτερική του πνοή και το περιεχόμενό του, από τη νέα όραση που αποκαλύπτει μαζί με τη νεότροπη, για την ώρα εκείνη, ρυθμική κίνηση του απελευθερωμένου στίχου του, καθώς συγχωνεύει μέσα του τον αρχαίο με το νέο Ελληνισμό και το φυσικό περιβάλλον του τόπου με την πνευματική μας παράδοση, βαθαίνοντας στις εθνικές ρίζες, ώσπου να συναντηθεί με το παγκόσμιο ανθρώπινο κύτταρο. Κάτι ανάλογο, βέβαια, είχε κάνει νωρίτερα κι ο Παλαμάς, αλλά μέσα απ’ το εργαστήρι του και κατά τρόπο λογοκρατικό και αδιάρρηκτα συνυφασμένο με την ιστορική του στιγμή, έτσι ώστε ο διεθνισμός του να μένει μόνιμα κλεισμένος στα σύνορα του εθνισμού του. Στον Σικελιανό, αντίθετα, τα πάντα συντελούνται μέσα στο μυστικό οργασμό της ελληνικής φύσης και με μια λυρική και μυστική έξαρση, που χαλαρώνει τα δεσμά της ως τότε λογοκρατικής αντίληψης για την ποίηση, δίχως να καταργεί τους λογικούς συνειρμούς, για ν’ ακουστεί, άλλοτε βαρύβροντος κι άλλοτε σπηλαιώδης, ο προφητικός λόγος ή για να πάρει φτερά η λυρική του διάθεση. Η ποίησή του εκφράζει μια πληρότητα ζωής, χωρίς ποτέ να γίνεται διανοητική κι εγκεφαλική.
Οραματικός και λυρικός, ο ποιητής κινείται σε ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, πέρα από φυλετικές διαφορές, διευρύνοντας τον εθνισμό του ως την παγκοσμιότητα, μολονότι δεν παύει παράλληλα να παρακολουθεί τις τύχες του έθνους. Η σύλληψη της Δελφικής Ιδέας κι οι προσπάθειες για την πραγματοποίησή της μας δίνουν το μέτρο του ιδεαλισμού του κι άλλο τόσο της ανεδαφικότητας του χαρακτήρα του […].
Ο Σικελιανός δεν ανήκει στους ρομαντικούς με τη στενή σημασία του όρου, αλλά στους πλατύτερα μυστικούς. Ακόμα κι ο γεμάτος ζωικούς χυμούς ερωτισμός του προβάλλεται συχνά κι εκείνος με τη μορφή ενός μυστικού και τελετουργικού χαρακτήρα. Ο κόσμος του δεν είναι ο διχασμένος άνθρωπος των μεταχριστιανικών χρόνων. Απ’ τον χριστιανισμό πήρε ό,τι για τους αρχαίους ήταν φρικτό: τον κάτω κόσμο, κι απ’ τους αρχαίους ό,τι για τον μεταχριστιανικό άνθρωπο είναι αγώνας και διχασμός: τη ζωή. Λυτρώθηκε έτσι απ’ την αίσθηση του εφήμερου και τον τρόμο του θανάτου, για να χαρεί ανεμπόδιστα το δώρο της ύπαρξης, και δημιούργησε μια μυστική ενότητα, που του εξασφαλίζει τη σιγουριά και την ελπίδα μέσα σ’ έναν κόσμο διχασμένο κι αμφιταλαντευόμενο, ταυτίζοντας τον Απόλλωνα με τον Διόνυσο και τον Διόνυσο με τον Ορφέα και το Χριστό.»

(Κ. Στεργιόπουλος, «Άγγελος Σικελιανός», Η Ελληνική Ποίηση. Η ανανεωμένη Παράδοση, Σοκόλης, Αθήνα, 1980, σελ. 86-87)

«Τα πρώτα ποιήματα του Σικελιανού δείχνουν παράταιρες επιδράσεις: από τους ρομαντικούς, τους παρνασσικούς και τους συμβολιστές. από τη γερμανική μπαλάντα έως την αποσταγμένη σολωμική ποίηση. από το Θεόκριτο έως το δημοτικό τραγούδι. […]. Η απέραντη ευαισθησία του Σικελιανού αποτελεί την αφετηρία και τον όρο δημιουργίας του, δηλαδή μιας πνευματικής άσκησης που προσομοιάζει με την προσευχή ή την έκσταση. […] Ο Σικελιανός εισπνέει την πραγματικότητα και την εκπνέει με τον ποιητικό λόγο. Τα ενδιάμεσα της λογικής έχουν εξουδετερωθεί από την απεριόριστη ευαισθησία του […]. Ο λυρισμός που εκπροσωπεί ο Σικελιανός ισοδυναμεί με λύτρωση, παίδευση και μυσταγωγία.»

(Π. Πρεβελάκης, Σικελιανός, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1990, σελ. 30-31, 50, 57)

«Ό,τι προέχει στην ποίηση του Σικελιανού είναι η “Ιδέα” ή, καλύτερα, η παν-ιδέα: η ιδέα του αναμορφωτή, η ιδέα του πνευματικού ταγού, η ιδέα του πανθεϊσμού, η ιδέα της ενότητας του κόσμου […]. Το πραγματολογικό υλικό το αντλεί κυρίως από τη φύση, κι έπειτα από την αρχαιότητα, την Ορθοδοξία, και σε πολύ μικρό βαθμό από σύγχρονα ιστορικά γεγονότα (απελευθερωτικοί πόλεμοι). […]
Στον τομέα των ιδεών, πέρα από τη Μεγάλη Ιδέα και τον εθνικισμό του, το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ο έντονος ιδεαλισμός του ποιητή. Όλα τελικά τα ανάγει σε ιδέες, προπάντων όμως στην ιδέα του ύψους. Θα έλεγε κανείς πως έχει μόνιμη την τάση του ύψους, αν και δεν είναι καθόλου σαφής αυτή η έννοια του ύψους […]. Πέρα πάντως από την αόριστη ιδέα του ύψους, θα πρέπει να του αναγνωριστούν τρεις βασικές ιδέες, που όσο κι αν σπερματικά απαντούν στον Παλαμά, δεν είχαν αναπτυχθεί νωρίτερα σε τέτοια έκταση και τόσο επίμονα. Είναι οι ιδέες της συναίρεσης του χρόνου, η ιδέα της συναίρεσης των θεών και η ιδέα της συναίρεσης της ύλης με το πνεύμα. Η τωρινή στιγμή είναι για τον ποιητή, αν μπορώ να το πω έτσι, στιγμή πανχρονική. Με την έννοια ότι συναιρεί μέσα της όλο το πριν με το τώρα. […] Η συναίρεση των θεών, μια ιδέα θα 'λεγε κανείς πανθεϊστική, έχει τη σημασία της θεϊκής μεταμόρφωσης μέσα στους αιώνες. Μιας μεταμόρφωσης η οποία δεν παύει να ανταποκρίνεται στις ίδιες ουσιαστικές ιδιότητες. Έτσι ο Άδωνης ταυτίζεται, στο ποίημα “Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι”, με το Χριστό […]. Η πανθεϊστική αντίληψη του ποιητή αποτελεί κοινό τόπο μέσα στα κείμενά του. Η άλλη ιδέα αφορά, όπως έχω πει, τη συναίρεση ύλης και πνεύματος. […]
Πώς όμως μιλάει για το ποιητικό του αντικείμενο;
Πρώτα πρώτα έντονα ρητορικά. Το ποιητικό εγώ εκφέρει το λόγο του σε ανοιχτό χώρο, από εξώστη, και με μεγάλη ένταση φωνής. Ουσιαστικά κραυγάζει μ’ όλη του τη δύναμη. […] Δεν έχουμε λόγο εις εαυτόν, αλλά λόγο προς τον άλλο και τους άλλους. Ακόμα κι όταν γίνεται αναφορά σε εσωτερικά δεδομένα, γίνεται με τη μορφή αναγγελίας. Πάντα προς τα έξω. Στο πλαίσιο αυτής της εξωστρέφειας υπάρχει βέβαια και αρκετή δόση επίδειξης και ναρκισσισμού. […] Κι είναι αλήθεια πως κανένας άλλος Νεοέλληνας ποιητής, αν εξαιρέσουμε τον Καζαντζάκη, δεν έδειξε μια τόσο εγωμανή ατομικότητα. […]
Κοιτάζοντας τώρα συνολικότερα το πρόβλημα της έκφρασης στο Σικελιανό, έχουμε το περιθώριο, σε μια εποπτική θεώρηση των κειμένων, να κάνουμε τις επόμενες παρατηρήσεις.
α) Ο ποιητικός λόγος παρουσιάζει μορφή δήλωσης και είναι εκφραστικά ατελέσφορος, όταν αφορά εσωτερικές καταστάσεις του ποιητικού εγώ.
β) Γενικά η εσωτερική ζωή του ποιητικού εγώ δεν εκφράζεται ευθέως με άρτιο τρόπο. Αν και έχουμε, σχεδόν μόνιμα, λόγο σε πρώτο πρόσωπο, δεν έχουμε αντίστοιχες άμεσες αναφορές στον εσωτερικό του κόσμο δοσμένες με εκφραστική επάρκεια.
γ) Αντίθετα έχουμε πληθώρα εύστοχων περιγραφών του εξωτερικού φυσικού κόσμου.
δ) Μολαταύτα η ποίηση του Σικελιανού στην πλειονότητα της, ως πρόθεση τουλάχιστο, έχει στόχο το εσωτερικό εγώ του.»

(Γ. Αράγης, Η μεταβατική περίοδος της ελλαδικής ποίησης. Η σταδιακή της εξέλιξη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως το 1930, Σοκόλης, Αθήνα, 2006, σελ. 261-275)

«Σ’ αυτή την φοβερήν έκπτωση έφερε τον άνθρωπο η απάρνηση της Θεάς- Μάνας, της Μητέρας-Γης, της κοσμογονικής και κοσμοσυνεκτικής αρχής της μητρότητας, και η αφροσύνη του να αλυσοδέσει και να κάνει παίγνιο των ευτελών του ορέξεων αυτή την αγνή κ’ ευεργετική θεότητα της αγάπης, της στοργής και του ελέους. Στο θαυμάσιο ποίημά του “Ιερά Οδός” εκφράζει ο Σικελιανός όλο τον πόνο του για το σπαραχτικό τούτο θέαμα. Στο δρόμο, καθώς πορεύεται προς την ιερή Ελευσίνα, κάθισε για μια στιγμή ν’ αναπαυτεί και να στοχαστεί ο ποιητής. Αίφνης τον πλησιάζει ένας Ατσίγγανος, που έσερνε πίσω του αλυσοδεμένες δυο αργοβάδιστες αρκούδες. Χτυπά το ντέφι και τις τραβάει με τη βία να χορέψουν […] Δεν υπάρχει σωτηρία από τούτο το χαμό; Δούλος της αμείλιχτης μοίρας του είναι ο άνθρωπος του καιρού μας, προορισμένος να πάει στον όλεθρο; Αντίθετα προς τους άλλους, τους σκοτεινούς προφήτες του θανάτου, ο Σικελιανός πιστεύει, πιστεύει ακράδαντα στη σωτηρία. Και η πίστη του αυτή είναι που κάνει πιο υποβλητικό το κήρυγμά του […].
Πώς θάρθει; […] Χρειάζεται πρώτα “η κυκλική εκτίμηση της όλης Ιστορίας”, κ’ έπειτα “η καθαρή παράσταση μιας βάσης, οσοσδήποτε μικρής”, που θα συμβολίζει τη λαχτάρα και την ορμή προς την καθολική ενότητα: τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τη γη, την ένωσή του με τη Φύση, τη διαλλαγή του με τους αιώνιους νόμους της ζωής, την αδέλφωσή του με τους άλλους ανθρώπους, την εναρμόνιση σώματος και ψυχής, ιστορίας και πνεύματος, με λίγες λέξεις: “θα συμβολίζει την υψηλή κορυφή όπου τα πολλά γίνονται Ένα”.»

(Ε. Π. Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Ίκαρος, Αθήνα, 1977, σελ. 264-267)

«Είπε ο Malik ο γιος του Dinar: “Περνούσε ο Ιησούς (ο Θεός να τον ελεεί!) μαζί με τους αποστόλους πλάι από το ψοφίμι ενός σκύλου που ήδη βρωμούσε. Είπαν οι απόστολοι: Τι φοβερή οσμή αναδίνει ετούτο το σκυλί! Εκείνος απάντησε (ο Θεός να τον ευλογεί και να τον ελεεί!): Πόσο εξαίσια λάμπουν τα δόντια του!”
Από αυτό το χωρίο του Αλ Γαζαλί θα αντλήσει το θέμα ενός ποιήματός του ο Πέρσης ποιητής Νιζαμί (1141-1209). […] Το ποίημα αυτό του Νιζαμί παραθέτει ο Γκαίτε στις Σημειώσεις και παρατηρήσεις για το Διβάνι. Και ο Σικελιανός από πού αντλεί τον ποιητικό μύθο του “Άγραφου”; Χωρίς αμφιβολία η πρώτη και κύρια πηγή του είναι το Διβάνι του Γκαίτε. Προς απόδειξιν αρκεί, νομίζω, το γεγονός ότι ο Σικελιανός παραλείπει από το ποίημα του Νιζαμί ό,τι ακριβώς παραλείπει και ο Γκαίτε από αυτό […].
Όσο βέβαιο είναι ότι η κύρια πηγή του Σικελιανού για το “Άγραφον” είναι το Διβάνι του Γκαίτε, άλλο τόσο είναι βέβαιο πως δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι διακινδυνεύουμε πολύ αν υποθέσουμε πως ο Σικελιανός είχε λάβει γνώση, πριν γράψει το “Άγραφον”, του κειμένου του Αλ Γαζαλί που παραθέσαμε παραπάνω. Στο ποίημά του ο Νιζαμί κάνει λόγο για μια τυχαία ομάδα περαστικών με τους οποίους συζητάει ο Χριστός, ενώ ο Αλ Γαζαλί παρουσιάζει τον Χριστό να περπατάει με τους μαθητές του και να συνομιλεί μαζί τους για εκείνο το ψοφίμι, όπως ακριβώς κάνει και ο ποιητής του “Άγραφου”[…]. Δεν ήταν ανάγκη να έχει διαβάσει ο Σικελιανός το Περί της αναγεννήσεως των θρησκευτικών επιστημών του Αλ Γαζαλί για να βρει την εν λόγω διήγηση για τον Χριστό […]. Θα μπορούσε να τη βρει σε προσιτότερες συλλογές άγραφων του Χριστού. Αν ο Σικελιανός είχε μείνει μόνο στο ποίημα του Νιζαμί, όπως παρατίθεται από τον Γκαίτε, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τιτλοφορήσει το δικό του ποίημα “Άγραφον”.»

(Στ. Ζουμπουλάκης, «“Άγραφον”. Μικρό φιλολογικό σχόλιο για τις πηγές του ποιήματος», Νέα Εστία, τεύχος 1740, 2001, σελ. 968-970)


Read more: http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%86%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82%20%CE%A3%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82#ixzz2zv5hPrvt

Ανδρέας Εμπειρίκος «Του Αιγάγρου»

Mircea Costina Photography

Ανδρέας Εμπειρίκος «Του Αιγάγρου»

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάει. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμα του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω από το σουβλερό κεντρί του, βαρείς οι ογκώδεις όρχεις του κουνάνε σαν σήμαντρα μιας τηλαυγούς, μιας απολύτου ορθοδοξίας.
                Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρείες καδένες.
                Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει, σαν μέσα από πηγάδι βαθύ, μια μυριόστομη κραυγή ανθρώπων που ασθμαίνουν.
                «Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρείς και να μας σώσεις».
                Ο αίγαγρος κοιτάζει ακόμη και αφουγκράζεται. Όμως καθόλου δεν νοιάζεται για όλου του κάτω κόσμου τη βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του και κάθε τόσο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν να βρισκόταν σε στιγμές οχείας.
                «Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθείς και να μας σώσεις. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θα’ σαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη, θα σου προσφέρουμε τα πιο καλά, τα πιο ακριβά μανάρια μας... Για δες!».
                Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου, έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.
                Ο αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, σηκώνει το κεφάλι του και αφήνει ένα βέλασμα, που αντηχεί επάνω από τους λόγγους σαν γέλιο λαγαρό.
                Γεια και χαρά σου Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσεις του κάμπου τις κατσίκες; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παραπάνω, κάτι που, μα τους Θεούς, δεν ήκμασε ποτέ στους κάμπους κάτω - έχεις εδώ την Λευτεριά.
                Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο μέγας ταγός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων, αυτοί και ακόμη λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά μήπως τους φάει ο κάμπος, αυτοί που τα βουνά λιμπίστηκαν σαν επιβήτορες κυρίως, δοξολογούν τον οίστρο σου και το ζεστό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.
                Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς του κάμπους! Τι να τους κάνεις; Ο ήλιος σηκώνεται κάθε πρωί ανάμεσα στα κέρατα σου. Λάμπουν στα μάτια σου οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο πύρινος του Δία, κάθε φορά που με σπρωξιές ανένδοτες τα θηλυκά ριζοσκελώνεις, ως μέγας ψώλων, και σπέρνεις την απέθαντη γενιά σου.
                Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!
Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

[Γλυφάδα 12.7.1960]

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος με το ποίημά του αυτό συνθέτει έναν ξεχωριστό ύμνο για τους ανθρώπους εκείνους που διατηρούν ακέραια την ελευθερία τους, μένοντας μακριά από τις προσφερόμενες ευκολίες και τα γενικότερα θέλγητρα της σύγχρονης πολιτείας. Ο αίγαγρος, ο ιδανικά ανεξάρτητος άνθρωπος, αναγνωρίζει εγκαίρως πως όσα παρέχει η οργανωμένη κοινωνία, δίνονται έναντι υψηλού κόστους∙ η συντριβή της προσωπικότητας και ο δραστικός περιορισμός της ελευθερίας, είναι το αναγκαίο τίμημα για την ένταξη στην κοινωνία, για την απατηλά καθησυχαστική σκέψη πώς το άτομο ανήκει κάπου.
Ο αίγαγρος, είναι ο ληστής που προτίμησε την ελευθερία των βουνών και της ανομίας, είναι ο άνθρωπος που δικαίως αρνείται να παραχωρήσει το ανεκτίμητο δικαίωμα της ελεύθερης ύπαρξης∙ είναι εκείνος που δε δέχεται τις παρεμβάσεις, τους περιορισμούς και τον έλεγχο που αποζητά να επιβάλει η πολιτεία στα μέλη της. Έτσι, τη στιγμή που η πλειονότητα των πολιτών βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ ένα εξαιρετικά περιοριστικό πλαίσιο καθοδηγούμενων σκέψεων και προσδοκιών, ο αίγαγρος διατηρεί τη δυνατότητα της καθαρής και ανεπηρέαστης θέασης των πραγμάτων.
Σε μια κοινωνία που προδιαγράφει για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών της μια μέτρια ύπαρξη, ελάχιστων αξιώσεων∙ σε μια κοινωνία που πρωτίστως επιδιώκει την προάσπιση των συμφερόντων και του πλούτου μιας μικρής ομάδας, εις βάρος των πολλών, ο αίγαγρος, ο ανεξάρτητος άνθρωπος, είναι ο επικίνδυνος εχθρός.Είναι ο άνθρωπος που σεβάστηκε τη μοναδικότητα της υπόστασής του και την ανεξαρτησία του πνεύματός του. Είναι ο άνθρωπος που αρνήθηκε να δεχτεί πως ο φιλήσυχος, μα υποταγμένος βίος είναι ο προορισμός τους. Κι ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι συναίνεσαν, έστω κατ’ ανάγκη, στην απαλοιφή των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν το μοναδικό και ανεπανάληπτο του εαυτού τους, προκειμένου να εξομοιωθούν με το πλήθος, ο αίγαγρος όχι μόνο διατήρησε αλώβητη την προσωπικότητά του, αντιστάθηκε συνάμα και στην υποτιθέμενη ευδαιμονία του κοινωνικού βίου.
Ο αίγαγρος αρνήθηκε να θυσιάσει την ανεξαρτησία του για τα ελάχιστα που παρέχει η πολιτεία στους πολλούς, για τα μηδαμινά εκείνα που τα παρουσιάζει ως προνόμια, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα φτηνό αντιστάθμισμα όσων τους στερεί. Διέκρινε τη συντριπτική επενέργεια που έχει στους ανθρώπους η προσήλωση στο φιλήσυχο βίο της υποταγής, στο βίο που η κοινωνία προβάλλει ως ιδανικό, και παρέμεινε προκλητικά ανένταχτος και ανεξάρτητος. Κι είναι αυτή η ανεξαρτησία του που τον καθιστά αναγκαίο στους υπόλοιπους ανθρώπους, όταν συνειδητοποιούν πως η δική τους σκέψη και δράση δεν επαρκεί για να τους διαφυλάξει από τη συνεχώς επιτεινόμενη πλεονεξία των λίγων, από το διαρκώς εντεινόμενο έλεγχο που τους ασκείται.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρείς και να μας σώσεις»

Ο αίγαγρος είναι ο ληστής των βουνών, ο επαναστάτης, αλλά και ο άνθρωπος του πνεύματος, είναι όποιος και όσοι αντιλαμβάνονται τη φενάκη που τόσο επιτήδεια κρατά το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δέσμιο μιας αέναης υποταγής στην αδηφαγία των ισχυρών και προνομιούχων. Ο αίγαγρος, ο ανεξάρτητος άνθρωπος, που έχει σταθεί μακριά από τους συμβιβασμούς και την επώδυνη παραχώρηση της ελευθερίας, όπως τη βιώνουν οι περισσότεροι πολίτες, ακούει με περιφρόνηση τις εκκλήσεις για βοήθεια των «δεσμωτών» της οργανωμένης κοινωνίας. Αδιαφορεί για όσα του τάζουν και αρνείται να επιστρέψει στην πολιτεία που με μύριους τρόπους έχει εγκλωβίσει τα μέλη της και τους έχει στερήσει κάθε έννοια ελευθερίας.
Ο αίγαγρος είναι ο δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου, που έχοντας σπάσει τα δεσμά του κι έχοντας γνωρίσει την αλήθεια της πραγματικής ελευθερίας και της πραγματικής γνώσης, δε θέλει πια να επιστρέψει στο «σπήλαιο», δε θέλει να επιστρέψει εκεί που οι άνθρωποι ζουν αγνοώντας τις πλέον βασικές και καίριες αλήθειες για την ίδια τους τη ζωή.

Ο Εμπειρίκος έχει δημοσιεύσει δύο παραλλαγές αυτού του ποιήματος στη συλλογή Οκτάνα, κι ενώ στη μία αναφέρεται συνοπτικά στους Έλληνες ποιητές που εξέφρασαν με το έργο τους το ζητούμενο πνεύμα ελεύθερης και ανεξάρτητης σκέψης, στη δεύτερη προχωρά σε μια αναλυτικότερη αναφορά:
«Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ' έκρυβε μέσα του, βαθιά μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας, αι βάτοι αι φλεγόμεναι ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάει ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.»

Ο Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), ο οποίος στη σύντομη ζωή του κατόρθωσε να πρωτοστατήσει δίνοντας το έργο του στη δημοτική γλώσσα και εξυμνώντας τον ηρωισμό των Ελλήνων επαναστατών που δε δίστασαν να αναμετρηθούν με τις υπέρτερες δυνάμεις των Τούρκων.
Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), ο οποίος στο έργο του θέλησε να παρουσιάσει το μεγαλείο της ηθικής βούλησης των ανθρώπων, την πλήρη αποδέσμευσή τους από τα μικροπρεπή πάθη -που τόσο συχνά τους κρατούν δέσμιους-, και τη συνεπαγόμενη διεκδίκηση μιας διττούς απελευθέρωσης τόσο απ’ τους εξωτερικούς δυνάστες όσο και από τους εσωτερικούς περιορισμούς.
Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869), οποίος ύμνησε τα ιδανικά της ελευθερίας και του ηρωισμού με λόγο ιδιάζουσας πρωτοτυπίας που διατηρεί αναλλοίωτη τη σφραγίδα της ατομικότητας του ποιητή∙ στοιχείο εν τέλει που καθόρισε την ανεξάρτητη πορεία του στα ελληνικά γράμματα.
Ο Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910) που θέλησε να αναδείξει με κάθε τρόπο την αξία της ελληνικότητας και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του ελληνικού πνεύματος, το οποίο δεν υστερούσε σε τίποτε απέναντι στα δυτικά πρότυπα.
Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), το εξαιρετικά σημαντικό έργο του οποίου διακρίνεται για τη γόνιμη επαφή με τα έργα της κλασικής αρχαιότητας και για την αγάπη προς την ελληνική γη. Ο Σικελιανός, μάλιστα, θέλησε να καταστήσει τους Δελφούς κεντρικό σημείο αναφοράς για την πνευματική ένωση όλων των λαών, και κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για την αναβίωση των Δελφικών αγώνων.
Ο Κώστας Βάρναλης (1884-1974), ο οποίος έχοντας ασπαστεί τις ιδέες του κομμουνισμού θέλησε μέσα από το έργο να παρουσιάσει τη δεινή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι συγκαιρινοί του, επιδιώκοντας την αφύπνισή τους απέναντι στη δεσποτεία των οικονομικά ισχυρών. [Και στον πόλεμ᾿ «όλα για όλα» / κουβαλούσα πολυβόλα / να σκοτώνωνται οι λαοί / για τ᾿ αφέντη το φαΐ.]
Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985) και ο Νικήτας Ράντος (1907-1988), οι οποίοι πρωτοπαρουσίασαν στην Ελλάδα την υπερρεαλιστική γραφή, ανοίγοντας το δρόμο για τη ριζική ανανέωση του ποιητικού λόγου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), ο οποίος αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υπερρεαλιστική πρωτοπορία και αποτέλεσε με το ποιητικό του έργο μια σημαντική κορύφωση για την ελληνική λογοτεχνία.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921), ο οποίος αξιοποίησε, επίσης, στο έργο του τη γόνιμη επίδραση του υπερρεαλιστικού κινήματος.   

«Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς του κάμπους! Τι να τους κάνεις; Ο ήλιος σηκώνεται κάθε πρωί ανάμεσα στα κέρατα σου. Λάμπουν στα μάτια σου οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο πύρινος του Δία, κάθε φορά που με σπρωξιές ανένδοτες τα θηλυκά ριζοσκελώνεις, ως μέγας ψώλων, και σπέρνεις την απέθαντη γενιά σου.»

Ο Εμπειρίκος, πέρα από την ανεξαρτησία που διακρίνει τον αίγαγρο, τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση και τη δεσπόζουσα εκείνη δύναμη του γεννήτορα που του παρέχει το προνόμιο να προσφέρει ζωή. Ο αίγαγρος σπέρνει τη γενιά του τόσο σε κυριολεκτικό όσο και σε μεταφορικό επίπεδο, υπό την έννοια πως ο ανεξάρτητος άνθρωπος μεταλαμπαδεύει τις αξίες του, περνά στις επόμενες γενιές το πολύτιμο μήνυμα της πνευματικής και προσωπικής ελευθερίας, όχι μόνο μέσω των δικών του παιδιών, αλλά και με την επίδραση που ασκεί το παράδειγμα της ζωής του στους άλλους ανθρώπους.
Ο αίγαγρος, ως γεννήτορας, ως δημιουργός ζωής, δεν μπορεί παρά να αντιληφθεί τη μέγιστη ευθύνη που έχει απέναντι στη γενιά που φέρνει στον κόσμο. Είναι, αν μη τι άλλο, αδιανόητο για τον ανεξάρτητο άνθρωπο να μην προσφέρει στα παιδιά του, στους νεότερους ανθρώπους εν γένει, την ευκαιρία τουλάχιστον, να γνωρίσουν την αξία της σθεναρής αντίστασης απέναντι στο πλέγμα ελέγχου που στήνουν οι κρατούντες.
Η γενιά του αιγάγρου είναι απέθαντη ακριβώς επειδή ο ιδανικά ανεξάρτητα άνθρωπος φροντίζει να της δείξει το δικό του δρόμο, το δρόμο της ανυποταγής, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας στην πλέον καθαρή έκφανσή της.

«Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!
Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.»


Ο αίγαγρος παρά τις πολλαπλές προσφορές που του γίνονται απ’ τους ανθρώπους του κάμπου, αρνείται να εγκαταλείψει τις απόκρημνες  κορυφές στις οποίες ζει τη δίκαια κερδισμένη ελευθερία του. Η προσδοκία, άλλωστε, των δέσμιων και υποταγμένων ανθρώπων πως το αμιγώς ανεξάρτητο πνεύμα του αιγάγρου θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά για τους ίδιους είναι δύσκολα επιτεύξιμη. Η ελευθερία που προσδοκούν δεν μπορεί να επέλθει, αν δεν την διεκδικήσουν οι ίδιοι συνειδητά και με επώδυνους αγώνες. Ό,τι για τον αίγαγρο συνιστά φυσική κατάσταση, καθώς δεν γνωρίζει άλλο τρόπο ζωής πέρα απ’ τον πλήρως ανεξάρτητο, για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν κι έμαθαν να ζουν υποταγμένοι, συνιστά ένα πολύτιμο προνόμιο που οφείλουν να αγωνιστούν για να το κερδίσουν.  


Read more:http://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82%20%CE%95%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%C2%AB%CE%A4%CE%BF%CF%85%20%CE%91%CE%B9%CE%B3%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%85%C2%BB#ixzz2zv5KA4Vv

Kerri Ertman Κωνσταντίνος Καβάφης «Μακρυά»




Kerri Ertman

Κωνσταντίνος Καβάφης «Μακρυά»

Θά ‘θελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια∙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
Α ναί, μαβιά ένα σαπφείρινο μαβί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο υπέροχο αυτό ποίημα καταγράφει με τρόπο ελλειπτικό μια από τις πρώτες ερωτικές του μνήμες. Η αδυναμία ανάκλησης λεπτομερειών λειτουργεί ενισχυτικά στην προσπάθεια του ποιητή να αποκρύψει την ταυτότητα του ερωτικού προσώπου, προσφέροντας έτσι ένα ποίημα που μεταδίδει κυρίως την υποβλητική ατμόσφαιρα του ερωτικού θαυμασμού και της επιθυμίας.
1η στροφή:
Η επιθυμία του ποιητή να μιλήσει για την ανάμνησή του αυτή προσκρούει στη λήθη που έχει επέλθει με την πάροδο των χρόνων. Έτσι, από την ιδιαίτερη αυτή εμπειρία των πρώτων εφηβικών δεν έχουν διασωθεί παρά ελάχιστες ψηφίδες.
Η μακρινή απόσταση από τη βίωση της εμπειρίας μέχρι τη στιγμή της ποιητικής της απόδοσης είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της καβαφικής μεθόδου, υπό την έννοια ότι ο ποιητής αφήνει πάντοτε το πέρασμα του χρόνου να σμιλέψει τις μνήμες του, προτού επιχειρήσει τη μετουσίωσή τους σε στίχους.
Η επιλογή, άλλωστε, του ποιητή να αποφεύγει την ποιητική δημιουργία υπό την άμεση επίδραση της εντύπωσης, είναι σύμφωνη και με το σχετικά αργοπορημένο ξεκίνημα της ποιητικής του παραγωγής. Στα νεανικά του χρόνια δόθηκε στις απολαύσεις, πλουτίζοντας τις ερωτικές του εμπειρίες και δημιουργώντας την κύρια πηγή της ποιητικής του έμπνευσης. Πληροφορία που μας την παρέχει ο ίδιος ο Καβάφης μέσα από τους στίχους του ποιήματος “Νόησις”: «Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο / μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου / σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.»
 2η στροφή:
Το δέρμα του αγαπημένου προσώπου ήταν λευκό και απαλό σα να ήταν φτιαγμένο από γιασεμί. Μια πρώτη εικόνα που ανταποκρίνεται τόσο στην αίσθηση της όρασης όσο και της αφής. Εικόνα που συνοδεύεται από τον χρονικό προσδιορισμό της εμπειρίας: «Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά...», ο οποίος όμως παραμένει έντεχνα ασαφής. Όλα έγιναν ένα βράδυ καλοκαιριού, χωρίς ο ποιητής να είναι βέβαιος αν επρόκειτο για αυγουστιάτικη βραδιά ή όχι.
Το λευκό και απαλό δέρμα, συνδυάζεται με τη γλυκιά ζέστη του καλοκαιριού κι ο ποιητής προχωρά στο πιο καίριο σημείο της ανάμνησής του, στα μάτια του αγαπημένου προσώπου. Προσπαθεί να θυμηθεί το χρώμα τους, διστάζει για λίγο, κι ύστερα η ανάμνησή τους έρχεται ξεκάθαρη, τα μάτια ήταν μαβιά, ένα σαπφείρινο μαβί. Βαθύ γαλάζιο χρώμα είχαν τα αγαπημένα μάτια και σ’ αυτά επικεντρώνεται κυρίως η ουσία της εμπειρίας αυτής, καθώς εκεί διακρίνει ο ποιητής όλη την ομορφιά και το ερωτικό κάλεσμα.
Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής καθοδηγεί με τρόπο αριστοτεχνικό την αναδημιουργία της ερωτικής αυτής στιγμής, αρχίζοντας με το δέρμα του ερωτικού συντρόφου, διευρύνοντας αμέσως την εικόνα για να αποκαλυφθεί η θελκτική καλοκαιρινή νύχτα, κι ύστερα καταλήγει στα μάτια, στα βαθυγάλανα μάτια που έμειναν στη μνήμη του ακέραια, μ’ όλη τους την ομορφιά.
Ιδιαίτερη μνεία, επίσης, θα πρέπει να γίνει στη χρήση των αποσιωπητικών (τα περισσότερα που συναντάμε σε ποίημα του Καβάφη), τα οποία εκφράζουν τους δισταγμούς, αλλά και τη συνεχή προσπάθεια του ποιητή να θυμηθεί την ξεχωριστή εκείνη νύχτα.


Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html#ixzz2zv3sKg3Q

Will Bullas Κωνσταντίνος Καβάφης «Φωνές»




Will Bullas

Κωνσταντίνος Καβάφης «Φωνές»

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Στο ποίημα Φωνές του Καβάφη κυριαρχεί η νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής του που χάθηκαν και ωθεί τον ποιητή σε μια αναδρομή στο παρελθόν με βασικό ερέθισμα την ανάκληση του ήχου της φωνής των αγαπημένων του ανθρώπων.
Ο ποιητής χαρακτηρίζει ιδανικές και αγαπημένες τις φωνές των ανθρώπων που πέθαναν ή έχουν πια απομακρυνθεί από τη ζωή του ποιητή, τοπικά ή συναισθηματικά, τόσο ώστε να θεωρούνται χαμένοι σα να έχουν ήδη πεθάνει.
Ο Καβάφης επιλέγει να μιλήσει για τις φωνές των αγαπημένων του και όχι για το πρόσωπό τους, καθώς η φωνή αποτελεί το βασικό μέσο έκφρασης συναισθημάτων και είναι συχνά φορέας πολύτιμων μηνυμάτων αγάπης ή σκέψεων ιδιαίτερης αξίας. Ο ποιητής, παράλληλα, επιλέγει να αναφερθεί στις φωνές των αγαπημένων του, μιας και στα πλαίσια του ιδιαίτερου υποβλητικού κλίματος που θέλει να δημιουργήσει, ο ήχος της φωνής παραπέμπει ευκολότερα στη μουσική. Το ποίημα Φωνές, άλλωστε, βασίζεται στην τεχνοτροπία του συμβολισμού, σύμφωνα με τον οποίο προέχει η δημιουργία μιας υποβλητικής συναισθηματικής κατάστασης. Ο ποιητής επιχειρεί εδώ να συσχετίσει τις μνήμες των αγαπημένων προσώπων με τη μουσική, δημιουργώντας μια σύνδεση ανάμεσα στις φωνές που επανέρχονται στη μνήμη μας με τη μουσική των νεανικών χρόνων, με το ιδιαίτερο εκείνο συναισθηματικό κλίμα που επικρατούσε στη ζωή μας κατά τα παιδικά μας χρόνια.
Επιπλέον, ο ποιητής αξιοποιεί το γεγονός πως ένας ήχος, μια φράση ή κάποτε και μια λέξη, μπορεί να πυροδοτήσει συχνά μια σειρά συνειρμών που μας επιστρέφουν σε πρόσωπα του παρελθόντος.
Ο ποιητής, μάλιστα, μη θέλοντας να καταστήσει το ποίημά του αυστηρά προσωπικό, χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό στις κτητικές αντωνυμίες, ώστε να μπορούν ευκολότερα οι αναγνώστες να ταυτιστούν με τις σκέψεις του ποιητή. Οι μνήμες, η νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα και η ανάκληση της ομορφιάς των παιδικών χρόνων, δεν αποτελούν συναισθήματα και ψυχολογικές λειτουργίες μοναχά του ποιητή. Κάθε άνθρωπος που έχει χάσει κάποιο δικό του πρόσωπο, μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση νοσταλγίας και ανάκλησης αναμνήσεων.
Η ανάκληση της φωνής των αγαπημένων προσώπων γίνεται είτε συνειδητά με τη σκέψη είτε ασύνειδα στα όνειρα, καθώς ακόμη κι όταν εμείς δε σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που χάσαμε, ο πόνος της απώλειας και η έντονη νοσταλγία δεν παύουν να υπάρχουν. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου τα συναισθήματά μας βρίσκουν τον τρόπο να επανέρχονται, υπενθυμίζοντας μας την αγάπη που αισθανόμασταν αλλά και την αγάπη που δεχτήκαμε από τους ανθρώπους που έχουν πια χαθεί από τη ζωή μας.
Η ανάμνηση του ήχου της φωνής των αγαπημένων προσώπων όταν επανέρχεται στη σκέψη μας, είτε συνειδητά είτε όχι, επαναφέρει παράλληλα και μνήμες από την πρώτη ποίηση της ζωής μας. Τα αγαπημένα πρόσωπα του παρελθόντος μας υπενθυμίζουν την ομορφιά, τη γαλήνη και την ευδαιμονία που επικρατούσε στη ζωή μας, στα παιδικά μας χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν αρμονικότερα και η ψυχή μας δεν είχε σημαδευτεί από τον πόνο της απώλειας.
Η επαναφορά των ήχων από την πρώτη ποίηση της ζωής, η υπενθύμιση της γαλήνης και της ευτυχίας των παιδικών ή και νεανικών χρόνων, δεν είναι βέβαια παρά φευγαλέα, καθώς τα συναισθήματα αυτά αποτελούν απλώς ανάμνηση και δεν μπορούν να αποκατασταθούν σε μια ψυχή που έχει βιώσει τόσο πόνο. Ούτως ή άλλως τα πρόσωπα που πλαισίωναν τις ευδαιμονικές στιγμές του παρελθόντος έχουν πλέον χαθεί, οπότε οι μνήμες της χαράς των παλαιότερων χρόνων είναι στιγμιαίες κι έρχονται σαν ήχος μουσικής που ακούγεται από κάπου μακριά και σιγά – σιγά σβήνει.
Η παρομοίωση που κλείνει το ποίημα μας παραπέμπει σε μια εμπειρία της καθημερινότητας, καθώς σε όλους έχει τύχει να ακούσουν κάποια νύχτα μουσική από κάποιο απομακρυσμένο μέρος που ακούγεται για λίγο και μετά σταδιακά σταματά. Ο ποιητής, βέβαια, αξιοποιεί το απλό αυτό γεγονός δίνοντάς του ιδιαίτερες προεκτάσεις, καθώς με την παρομοίωση αυτή εκφράζει την αδυναμία των αναμνήσεων και των συναισθημάτων που ανακαλούνται στην ψυχή μας να παραμείνουν ζωντανά για πολλή ώρα. Οι μνήμες της χαράς του παρελθόντος είναι παροδικές και δεν μπορούν παρά να διαρκέσουν ελάχιστα, καθώς η πραγματικότητα επανέρχεται και μας υπενθυμίζει πως όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν και δεν μπορούν να συμβούν ξανά.


Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_30.html#ixzz2zv3AMks3