Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Σαν σήμερα, πριν από 86 ακριβώς χρόνια, στις 13 Απριλίου του 1926, ένα συννεφιασμένο ανοιξιάτικο πρωινό, γεννήθηκε η Έλλη Λαμπέτη…

Έλλη Λαμπέτη. Σαν σήμερα… - Της Γιόλας Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου*


 
 
 
Σαν σήμερα, πριν από 86 ακριβώς χρόνια, στις 13 Απριλίου του 1926, ένα συννεφιασμένο ανοιξιάτικο πρωινό, γεννήθηκε η Έλλη Λαμπέτη…
 
«Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται στον κόσμο αυτό – η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε στα 1926, δηλαδή την ίδια ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μαίριλυν Μονρόε, στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός στην αρχή του βιβλίου του «Έλλη Λαμπέτη. Βιογραφία» (Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006).
Και συνεχίζει: «Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Πρώτα είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε τέσσερα κιλά, θα έγραφε η ίδια η Έλλη σ’ ένα ιδιόχειρο σημείωμά της, λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο “Όρος Σινά” της Νέας Υόρκης. Και μετά από μιάν ώρα βγήκα εγώ. Ένα λυμφατικό πιθηκάκι! Το λυμφατικό πιθηκάκι φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει, σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια. Σχεδόν δεν ανέπνεε.
“Θα πεθάνει”, ψιθύρισε η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στο γιατρό…
Η μητέρα της Έλλης, η Αναστασία Λούκου, η Τάσα, όπως την έλεγαν στα Βίλλια, κοίταζε τον γιατρό με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο απ’ το μαξιλάρι. Είχε ακούσει το κλάμα του ενός απ’ τα μωρά της, πριν από μια ώρα, αλλά το άλλο, το λυμφατικό πιθηκάκι, δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του.
“Θα ζήσει”, της χαμογέλασε ο γιατρός.
Άρπαξε το μωρό και το βούτηξε στη λεκάνη με το χλιαρό νερό – ύστερα στη λεκάνη με το κρύο. Και μετά πάλι στη λεκάνη με το χλιαρό. Αυτό έγινε τουλάχιστον πέντ’ έξι φορές, ώσπου η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε, εκείνο το πρωί, στις 13 Απριλίου του 1926, να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή της…
Ο Κώστας Λούκος, ο πατέρας της Έλλης, περίμενε ιδρωμένος έξω απ’ το χειρουργείο. Ήξερε πως είχε κιόλας έναν γιό, αλλά δεν ήξερε τη μοίρα του άλλου παιδιού του, που πάλευε άγρια για μια ολόκληρη ώρα ανάμεσα στη ζωή και στην ανυπαρξία. Είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει, ιδρωμένος όσο κι εκείνος.
“Κόρη!” του είπε γελαστά.
Ήταν η πέμπτη κόρη του μετά την πρώτη, τη Φωτεινή, που ήταν κιόλας έντεκα χρονώ, την Κούλα, την Ειρήνη και την Αντιγόνη. Εφτά παιδιά, αν υπολόγιζε και τον άλλο γιό του, τον Τάσο.
Σε μια χώρα που μαστιζόταν από υπογεννητικότητα, ο Κώστας Λούκος, ένας απλός ταβερνιάρης απ’ τα Βίλλια που θα γινόταν αργότερα ξυλέμπορος στην Αθήνα, είχε καταθέσει γενναιόδωρα εφτά οβολούς. Κι ανάμεσά τους το μεγάλο τάλαντο…».
Το σπίτι της οικογένειας Λούκου στα Βίλλια – το «αρχοντικό», όπως το αποκαλούσαν οι γείτονες – ήταν ένα απλό, διώροφο σπίτι με άνετα δωμάτια κι έναν μεγάλο κήπο, που γύρω στα 1980 (τρία δηλαδή χρόνια πριν από τον θάνατο της Έλλης) είχε πια αποκτήσει στη σκέψη της τη μαγεία ενός πίνακα του Ρενουάρ… «Ήταν πάντα ανθισμένος – από παντού ξεφύτρωναν τριαντάφυλλα. Και το γρασίδι του ήταν πράσινο χειμώνα καλοκαίρι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μυρωδιά του» έλεγε με συγκίνηση…
Το 1928, όταν η Έλλη ήταν μόλις δύο ετών, η οικογένεια βρέθηκε στην Αθήνα, επειδή η ταβέρνα στα Βίλλια δεν πήγαινε καλά και – επιπλέον – επειδή επιθυμία της μητέρας ήταν να σπουδάσουν στην πρωτεύουσα όλα τα παιδιά της. Έτσι, την άνοιξη του 1928 η οικογένεια εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό σπίτι με δυό δωμάτια, στην οδό Μιχαήλ Βόδα 139. Όμως, τα Βίλλια θα έμεναν πάντα στη ζωή τους, αφού κάθε καλοκαίρι δραπέτευαν από την Αθήνα, για να βρεθούν εκεί, στον χαμένο παράδεισό τους… «Στα Βίλλια έμαθα ν’ αγαπάω την ομορφιά» έλεγε με νοσταλγία η Έλλη, μετά από χρόνια…
Η Φωτεινή, η μεγαλύτερη αδερφή, λάτρευε τη μουσική. «Όταν άκουγε Σοπέν στο πιάνο, δάκρυζε» θυμόταν με συγκίνηση η Έλλη. Η Κούλα έγραφε στίχους στο περιθώριο των σχολικών βιβλίων της. Η Ειρήνη, παθιασμένη με τη ζωγραφική, ζωγράφιζε στον φλοιό απ’ τους κορμούς των δέντρων. Η Αντιγόνη ονειρευόταν να γίνει δασκάλα. Όσο για τον Τάκη, τον δίδυμο αδερφό της Έλλης, ήταν ποιητής, χωρίς να γράφει ποιήματα· «είχε την ποίηση μέσα του, σε ό,τι έκανε, από παιδί» είπε κάποτε η Έλλη… «Είχα πάει στο Πόρτο Γερμενό ν’ ακούσω ένα αηδόνι… Το άκουγα όλη τη νύχτα. Ήταν σαν να έζησα όλη μου τη ζωή. Μου φαίνεται πως δεν μου μένει να ζήσω πια τίποτ’ άλλο» είχε πει κάποτε ο Τάκης, όταν ήταν εφτά μονάχα ετών, στη μητέρα του. Ο θάνατός του από φυματίωση, το 1941, τους πρώτους μήνες της Κατοχής, σε ηλικία μόλις 15 ετών, βύθισε την οικογένεια Λούκου στο πένθος· ιδιαίτερα το δίδυμο αντίγραφό του, τη λατρεμένη του Έλλη…
Το επόμενο σπίτι της οικογένειας Λούκου ήταν στην οδό Αχιλλέως, όπου έμειναν μέχρι το 1938, και μετά μετακόμισαν στην οδό Ασκληπιού. Το 1938 η Έλλη μπήκε στο Γυμνάσιο. «…Μισούσε τ’ αρχαία ελληνικά, με τον ίδιο ίσως τρόπο που θα μισούσε και τον Δημήτρη Χορν, όταν θα έπαιζε, μετά από χρόνια, για πρώτη φορά μαζί του, στο Εθνικό Θέατρο. Και στις δύο περιπτώσεις το κλειδί του μυστηρίου ίσως να ’ταν το ίδιο – στην επόμενη φάση παραμόνευε το μεγάλο πάθος…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός.
Το 1941 ένας θείος της Έλλης, ο Τάκης Σταμάτης, πρότεινε στην δεκαπεντάχρονη τότε ανιψιά του την αλλαγή του ονόματός της από Λούκου σε Λαμπέτη. Σημειωτέον ότι «Λαμπέτη» έλεγαν έναν από τους ήρωες του «Αστραπόγιαννου» του Βαλαωρίτη. Η Έλλη είχε αρνηθεί πεισματικά: «Θα ’ναι σαν να κλέβω τον Βαλαωρίτη!».Όμως, ο θείος επέμεινε: «Δεν κλέβεις κανέναν. Απλώς το “Λαμπέτη” είναι πιο θεατρικό απ’ το “Λούκου”. Το βλέπεις και μόνη σου!».
Εκείνη τη χρονιά, η καριέρα της νεαρής Έλλης ξεκίνησε με δύο παταγώδεις αποτυχίες. Η πρώτη ήταν στις 25 Σεπτεμβρίου, όταν την απέρριψαν παμψηφεί στη δραματική σχολή του Εθνικού. Η δεύτερη απόρριψή της έγινε στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου είχε πάει με τη μαθητική της τσάντα στο χέρι, έχοντας κάνει σκασιαρχείο από το Πέμπτο Γυμνάσιο όπου φοιτούσε. Απήγγειλε τον «Πραματευτή» του Γρυπάρη. «Δεν τα λέει!» ήταν η λακωνική ετυμηγορία της επιτροπής, μέλος της οποίας ήταν και ο νεαρός ζεν πρεμιέ της εποχής, ο Δημήτρης Χορν. Όμως, ο Σπύρος Μελάς, φίλος του θείου της Έλλης, έπεισε την Κοτοπούλη να αναστείλει την «καταδίκη» της μικρής Έλλης με το επιχείρημα: «Τί διάβολο! Δεν χάθηκε ο κόσμος με μια κομπάρσα παραπάνω». Η Έλλη, επιστρέφοντας στην οδό Ασκληπιού, ανακοίνωσε: «Η Κοτοπούλη με πήρε στη σχολή της!... Θα γίνω ηθοποιός». Έτσι, εκείνο τον δύσκολο χειμώνα του ’41, η Έλλη μοιραζόταν τη μέρα της ανάμεσα στο Πέμπτο Γυμνάσιο και στα μαθήματα της Κοτοπούλη. Η απαγγελία των πρώτων στίχων της «Αντιγόνης» από την μικρή Έλλη καθήλωσε την μεγάλη θεατρίνα… «Μπράβο, πουλάκι μου!»…
Το 1942, έναν χρόνο μετά την απόρριψή της από την Κοτοπούλη, η Έλλη Λαμπέτη πήρε από την ίδια, τη μεγάλη θεατρίνα, το χρίσμα της πρωταγωνίστριας στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν.
Την άνοιξη του 1943, λίγους μήνες μετά το πρωταγωνιστικό της ντεμπούτο στο Θέατρο, η Έλλη γνώρισε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς τον Θ. Σ., έναν πλούσιο Έλληνα που ζούσε ως το 1940 στο Παρίσι, παντρεμένο με μια Γαλλίδα, και που αποκλείστηκε με τον πόλεμο στην Ελλάδα. «Μου τον σύστησε ο αδερφός μου ο Τάσος…»θα πει η ίδια. Και ο Φρέντυ Γερμανός γράφει: «… Η Έλλη… νιώθει με το πρώτο βλέμμα μια ηλεκτρική εκκένωση. “Ο άνθρωπος αυτός θα πρέπει να ’ταν κάτι σαν μάγος”, θα πει ύστερα από χρόνια ο Μιχάλης Κακογιάννης, ένας από τους ελάχιστους γνώστες αυτής της ιστορίας. Ο μάγος γοητεύει την Έλλη με τον ίδιο τρόπο που ο βόας υπνωτίζει το θήραμά του κι ύστερα το καταπίνει… Ο βόας θα καταπιεί την Έλλη και θα την κρατήσει μέσα στον πεπτικό του σωλήνα για ενάμιση τουλάχιστον χρόνο. Είναι ο μόνος τρόπος να εξηγηθεί αυτή η απότομη έκλειψη του λαμπερού άστρου την ώρα που ξεκινάει την πτήση του στο θεατρικό στερέωμα του 1943… Η Αθήνα περιμένει την αστραπή, αλλά… έρχεται η εξαφάνιση… Τις πρώτες μέρες η Κοτοπούλη δεν δίνει σημασία – ύστερα κυριεύεται από πανικό. “Πού είναι η Λαμπέτη;” φωνάζει άγρια. “Φέρτε μού την απ’ το σπίτι της!”. Με το ερωτικό της ένστικτο μαντεύει ότι μόνο κάτι πολύ δυνατό και πολύ μεγάλο μπορεί να κρατήσει μιά θεατρίνα σαν την Έλλη μακριά απ’ το σανίδι. Ούτε όμως στο σπίτι ξέρουν – η Λαμπέτη έχει χαθεί από παντού. “Όταν εγώ ερωτεύομαι, το θερμόμετρο χτυπάει τους σαράντα δύο βαθμούς”. Μόνο που αυτή τη φορά χάνεται και το θερμόμετρο! Η πίεση του υδράργυρου σπάει τον γυάλινο σωλήνα, σκορπάει στο χάος θεατρικά όνειρα και κάνει άνω κάτω την οδό Ασκληπιού. Το θηρίο ξύπνησε. Θα ξαναγυρίσει βέβαια στο σπίτι της και κάποια στιγμή θα συστήσει τον Θ. Σ. στους δικούς της. Θα τον πάει ακόμα και στα Βίλλια – τώρα που γεννήθηκε το μεγάλο πάθος, δεν λογαριάζει τίποτε. “Ήμουν ένα παιδί και μέσα σε λίγες μέρες έγινα γυναίκα”… Δεν μπορεί όμως, ακόμα και τώρα που είναι γυναίκα, να πείσει τους δικούς της ότι ο άντρας αυτός θα την κάνει ευτυχισμένη. Η οδός Ασκληπιού έχει παγώσει…».
Ο Θ. Σ. προσπάθησε να «ξεριζώσει» την Έλλη από το θεατρικό σανίδι, προτείνοντάς της να γίνει ζωγράφος. Προσπάθησε να την μυήσει στον Μπετόβεν, της διάβαζε Νίτσε, της απήγγελλε Ταγκόρ, που ήταν ο αγαπημένος του ποιητής (Η νεραϊδένια κυρά / των Ονείρων / έρχεται σε σένα πετώντας / απ’ το Μισόφωτο Ουρανό…). Στο τέλος του 1943, τύπωσε την πρώτη (και μάλλον τελευταία) ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ατέρμων πορεία προς τον ήλιο». Ο Θ. Σ. έμεινε ως το τέλος ένας άλυτος γρίφος, που ούτε και η ίδια η Λαμπέτη μπόρεσε να λύσει ποτέ. «Μου χάρισε τον Παράδεισο – αυτό έχει σημασία!» είπε μετά από σαράντα χρόνια, λίγο πριν τον θάνατό της… «Ήταν μια παθιασμένη ιστορία. Ζούσαν στον δικό τους κόσμο, έκαναν έρωτα στα χωράφια, δεν λογάριαζαν τίποτε. Η Έλλη ήταν ένα πολύ ερωτικό πλάσμα – όταν τα διηγόταν όλα αυτά, τους έδινε μια ποιητική διάσταση. Ήταν σαν ν’ άκουγες ένα γοητευτικό παραμύθι» είπε κάποτε ο Μιχάλης Κακογιάννης.
Η συνεργασία της με το Θέατρο Τέχνηςκατά το διάστημα 1946 – 1948, καθιέρωσε την Έλλη Λαμπέτη ως μία εξαιρετική ηθοποιό, οι ερμηνείες της οποίας καθήλωναν κυριολεκτικά το κοινό (Γυάλινος Κόσμος, Αντιγόνη, Ο γάμος της Μπάρμπαρα, Το φιόρο του Λεβάντε, Ήταν όλοι τους παιδιά μου, Ζωή με τον πατέρα, Ο ανακριτής έρχεται, Ο Ματωμένος Γάμος).
Ακολούθησαν οι συνεργασίες της με τον Θίασο της Κατερίνας [1948 – 1949] (Ο Απόλλων του Μπελάκ, Χρυσή μου Ρουθ, Φθινοπωρινή Παλίρροια, Οι τρομεροί εραστέςκαι με το Εθνικό Θέατρο (Ο κουρέας της Σεβίλλης, Οι Φοιτητές), και από το 1949 ανήκε στον Θίασο του Κώστα Μουσούρη (Η κληρονόμος, Η ανθρώπινη φωνή, Λίλιομ, Ένας αξιοθαύμαστος υπηρέτης, Πεγκ, καρδούλα μου, Χαμένοι στο σκοτάδι, Το κουρέλι).
Το καλοκαίρι του 1949, η Έλλη Λαμπέτη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο, έζησαν έναν δυνατό έρωτα, που δεν κράτησε παρά ελάχιστους μήνες… Ο Φρέντυ Γερμανός γράφει χαρακτηριστικά: «…Κάθε βράδυ διασχίζουν το πάρκο ανάμεσα στους ερωτικούς αναστεναγμούς και στα ξερόκλαδα που τρίζουν πίσω απ’ τους θάμνους. Στα 1949 το Πεδίον του Άρεως είναι ο Παράδεισος των άστεγων εραστών – γκαρσονιέρες έχουν μόνο οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι! Ο Αλεξανδράκης βέβαια δεν μπορεί να πιστέψει ότι, πριν καλά καλά βγάλει τη δραματική σχολή, έχει αρχίσει να βγαίνει με τη διάσημη πια Έλλη Λαμπέτη. “Έστω και φιλικά βέβαια”. Κάθε βράδυ κουβέντιαζαν για ένα σωρό πράματα – απ’ το ελληνικό θέατρο ως τον εμφύλιο πόλεμο… Ήταν κι οι δυό τους αριστεροί – αυτό ήταν ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσά τους. Ύστερα ένα βράδυ τού λέει αναπάντεχα: “Είμαι πολύ γριά για σένα – το ξέρεις; Σε περνάω δύο ολόκληρα χρόνια”. Το δεύτερο ημίχρονο αρχίζει, ο διαιτητής έχει βγάλει κιόλας τη σφυρίχτρα του. Το άλλο βράδυ θα τους καταπιούν οι θάμνοι του πάρκου…».
Τον Αύγουστο του 1950, η Έλλη Λαμπέτη παντρεύτηκε τον Μάριο Πλωρίτη στον Αϊ – Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη. Στην αρχή έμεναν στην οδό Ασκληπιού, μαζί με την οικογένεια της Έλλης. Ήταν, στ’ αλήθεια τόσο γλυκό εκείνο το καλοκαίρι στην οδό Ασκληπιού κι έπειτα στο Πόρτο Γερμενό, όπως και στη Ρόδο, όπου έκαναν το γαμήλιο ταξίδι τους. Ο Μάριος φωτογράφιζε συνεχώς την αγαπημένη του… «Το βλέμμα του ερωτευμένου φωτογράφου αποτυπώνει όλη τη μυστηριακή λάμψη που εκπέμπει αυτό το πλάσμα, ακόμα και στις πιο καθημερινές του ώρες. Μπορεί ο Πλωρίτης να μην έγινε σκηνοθέτης…, αλλά να που βρήκε τώρα τον τρόπο να βγάλει τον μικρό Φελλίνι που κρύβει μέσα του, με μια ερασιτεχνική μηχανή. Ποτέ άλλοτε η Λαμπέτη δεν φωτογραφήθηκε έτσι. Ο στοχαστικός λόγιος είναι ένας ποιητής του φακού. Θα μπορούσε να ήταν κι ένας ευτυχισμένος γάμος – ίσως…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός.
Το 1952, συγκροτήθηκε ο Θίασος Λαμπέτη – Παππά – Χορν, ο οποίος ανέβασε εκπληκτικές παραστάσεις (Βαθειά, γαλάζια θάλασσα, Ξενοδοχείο η Ευτυχία, Νόρα – το σπίτι της κούκλας, Αγαπούλα, Τρεις άγγελοι, Γαλάζιο φεγγάρι, Ο άνθρωπος με την ομπρέλα).
Ο γάμος της Έλλης με τον Μάριο Πλωρίτη, ο οποίος παρέμεινε παντοτινός φίλος της και στάθηκε κοντά της μέχρι το τέλος της ζωής της, ήταν άτυχος, αφού χώρισαν το 1953, όταν η μεγάλη ηθοποιός συνδέθηκε – με μιά θυελλώδη ερωτική σχέση – με τον Δημήτρη Χορν. Την άνοιξη του 1953, ο Θίασος Λαμπέτη – Παππά – Χορν θα πήγαινε στην Αίγυπτο, για να γυρίσουν το «Κυριακάτικο ξύπνημα», την πρώτη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, τα εξωτερικά γυρίσματα της οποίας είχαν ήδη γίνει στην Αθήνα. «Η Έλλη ξέρει τώρα πια καλά ότι το ταξίδι αυτό μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή της… Τα λέει μια μέρα όλα στον Πλωρίτη. “Του είπα ότι είχα αρχίσει να ερωτεύομαι τον Χορν. Το ίδιο κι εκείνος εμένα. Μπαίναμε σε μιά επικίνδυνη ιστορία. Του ζήτησα να έρθει μαζί μας στο Κάιρο”. Στο βάθος βέβαια ούτε κι η ίδια ξέρει τί του ζητάει εκείνη την ώρα. Να πάει στην Αίγυπτο να κάνει τί; Να τρέχει από πίσω τους σαν λαχανιασμένος πυροσβέστης για να σβήσει τη φωτιά πριν κάψει τις πυραμίδες; Ο Πλωρίτης σίγουρα δεν είναι ο άντρας που θ’ αποδεχτεί αυτό τον ρόλο… Το πρόβλημα βέβαια δεν λύνεται – αν μπορούσε να λυθεί έτσι απλά, ο Ίψεν δεν θα ’χε εφεύρει τα τρίγωνά του. Ο Πλωρίτης μένει στην οδό Λυκαβηττού – η Έλλη φεύγει με τους άλλους για την Αίγυπτο. Η μάχη των πυραμίδων αρχίζει. Στο Κάιρο γεννιέται το πρόβλημα της διαμονής. Ο Χορν κι η Λαμπέτη προτιμούν το “Μέννα Χάουζ”, ένα ξενοδοχείο στην έρημο που βλέπει στις πυραμίδες… Μπορεί να κοιμήθηκαν μαζί το πρώτο κιόλας βράδυ στο “Μέννα Χάουζ”, που το κόκκινο ξύλο του αναδίδει έναν έντονο αισθησιασμό, ή μπορεί ακόμα να ξενύχτησαν στην άμμο, κάτω απ’ το αιγυπτιακό φεγγάρι, χωρίς να κάνουν τίποτε… Θα πρέπει να ήταν το πιο ερωτικό καλοκαίρι της ζωής τους… Γυρίζουν στην Αθήνα… Ο Πλωρίτης λείπει στη Θεσσαλονίκη – τί νόημα θα ’χε να την περιμένει εκεί για να κηδέψουν τον γάμο τους; Γεμίζει κι εκείνη τις βαλίτσες της. Ο Χορν έχει νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Λυκείου. “Χωρίζω με τον Μάριο”, αναγγέλλει στις αδερφές της, που δεν φαίνονται να ξαφνιάζονται ιδιαίτερα. “Θα μείνω μαζί με τον Χορν”. Και μετά: “Αγαπιόμαστε”. Φεύγει για την καινούργια της ζωή παίρνοντας μαζί το χαμόγελο μιάς οικογένειας που έχει καταλάβει πια ότι αυτό το άτακτο τροπικό πουλί δεν μπορεί να μείνει για πολύ καιρό στην ίδια φωλιά – τα ανήσυχα φτερά αποζητάνε όλο και πιο μεγάλα ύψη. Ο Χορν την περίμενε έξω απ’ το σπίτι της οδού Λυκείου φορώντας ένα γαλάζιο πουκάμισο κι ένα τσαλακωμένο παντελόνι που μόλις το ’χε βγάλει απ’ τη βαλίτσα. “Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ”, λέει. Η Έλλη κοιτάζει τρυφερά τον άντρα που θα μοιραζόταν μαζί της τον μεγάλο έρωτα…» γράφει μ’ αυτή τη μοναδική γραφή του ο Φρέντυ Γερμανός.
Μετά το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953), η Λαμπέτη και ο Χορν θα συμπρωταγωνιστήσουν στην «Κάλπικη λίρα» (1954) και δυό χρόνια μετά στο «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956).
Από το 1956 η μεγάλη ηθοποιός συμπρωταγωνιστούσε με τον Δημήτρη Χορν (στον Θίασο Λαμπέτη – Χορν) σε περίφημα έργα του κλασσικού ρεπερτορίου (Αριστοκρατικός δρόμος, Βροχοποιός, Ζιζή, Το νυφικό κρεβάτι, Ένα ζευγάρι παπούτσια, Το παιχνίδι της μοναξιάς, Ο Βαβάς, Η κυρία με τις καμέλιες, Εραστής από χαρτόνι). Όπως είναι, επίσης, γνωστό, το «μυθικό» αυτό ζευγάρι – Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρης Χορν – περιόδευσε στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, στην Κωνσταντινούπολη και στην Κύπρο.
Τον Απρίλιο του 1959, η Λαμπέτη έχοντας πια απομακρυνθεί από τον Χορν, ταξίδεψε στην Αμερική, για να παντρευτεί τον συγγραφέα Φρεντ Γουέηκμαν, τον άντρα που ίσως την αγάπησε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους… «Είχαμε κάνει όλους τους ωκεανούς δικούς μας» ομολογούσε αργότερα η Έλλη. Η αλήθεια είναι ότι έζησαν έναν πολύ ποιητικό μήνα του μέλιτος, που κράτησε πενήντα ολόκληρες μέρες, στις Βερμούδες, στο Τρινιντάντ, στη Χαβάη και στις Μπαχάμες. Όμως, η Έλλη δεν ήταν από τις γυναίκες εκείνες που γοητεύονται από τη μεγάλη ζωή. Αυτό το ήξερε πολύ καλά ο Χορν, όχι όμως και ο Γουέηκμαν, ο οποίος πίστευε ότι θα μπορούσε να την αποσπάσει από το θέατρο και γενικότερα από την Ελλάδα. Ναι! «Ένα καταπληκτικό σπίτι… Είχε τρία πατώματα και πέντε κηπουρούς. Πελώρια δωμάτια, πελώριες πισίνες, πελώριες σκάλες. Όλα πελώρια…» παραδεχόταν αργότερα η Έλλη. Όμως, έλειπε ο πελώριος έρωτας… Της είχε άραγε περάσει ή μήπως δεν τον είχε νοιώσει ποτέ για τον Φρεντ; «Απ’ τον πρώτο χρόνο κιόλας κατάλαβα ότι ο γάμος αυτός ήταν ένα πελώριο λάθος» είπε μετά από καιρό η Έλλη. Έτσι, το 1961, επέστρεψε στην Ελλάδα, κυρίως για να ξαναπαίξει θέατρο, με τον δικό της πια Θίασο (Το θαύμα της Άννυ Σάλλιβαν, Πεγκ, καρδούλα μου, Η μικρή μας πόλη, Ανοιξιάτικο τραγούδι, Οντίν, Η κληρονόμος, Σαμπρίνα, Ξυπόλητη στο πάρκο, Λεωφορείο Πόθος, Αγία Ιωάννα, Μαμζέλ Πέπσυ, Θυμήσου τον Σεπτέμβρη, Σαράντα καράτια, Φράνκυ, Το άνθος του κάκτου, Ο λογαριασμός, Γλυκιά Ίρμα, Φιλουμένα… κ.ά.).
Η Έλλη Λαμπέτη και ο Φρεντ Γουέηκμαν, έχοντας ήδη πολλά προβλήματα και βρισκόμενοι επί αρκετά χρόνια σε διάσταση, χώρισαν οριστικά το 1978.
Ένας ακόμη μεγάλος σταθμός στη ζωή της Έλλης υπήρξε η γνωριμία της με τον νεαρό τότε ηθοποιό Κώστα Καρρά, με τον οποίο έπαιξαν μαζί, το 1967, στο έργο «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη». Γι’ άλλη μιά φορά, η Έλλη – στο πλευρό του Κώστα – ονειρευόταν τον γάμο και την οικογένεια. Όμως, το νεαρό της ηλικίας του αγαπημένου της και – κυρίως – το ότι ήταν παντρεμένος (γεγονός που πληροφορήθηκε από τη νεαρή φίλη της Βέρα Κρούσκα, η οποία εκείνο το διάστημα έκανε τα πρώτα της θεατρικά βήματα στο πλευρό της Λαμπέτη) γκρέμισαν γι’ άλλη μιά φορά τα όνειρα και τις προσδοκίες της Έλλης…
Το 1968, ο καρκίνος έκανε την εμφάνισή του στη ζωή της Λαμπέτη. «Τη χτυπάει την άνοιξη – γράφει ο Φρέντυ Γερμανός – δηλαδή την εποχή που οι πεταλούδες πετάνε από λουλούδι σε λουλούδι πιο ανέμελες από ποτέ… Η Λαμπέτη υπέστη γαστρορραγία θα είναι η επίσημη εκδοχή που θα γράψουν το άλλο πρωί οι εφημερίδες, αλλά την ίδια ώρα η Έλλη… κάνει μαστεκτομή στον “Ευαγγελισμό”…».
Η προσπάθεια υιοθεσίας της μικρής Ελίζας, από κοινού με τον Γουέηκμαν, δημιούργησε πλείστα και δυσεπίλυτα προβλήματα στην ήδη τόσο σωματικά όσο και ψυχικά ταλαιπωρημένη Έλλη. Στις 11 Μαρτίου του 1975 οι εφημερίδες ανήγγειλαν: Η Λαμπέτη εγκαταλείπει τη μάχη της για το παιδί. Και η ίδια δήλωνε: «Δεν θέλω να τιμωρηθούν ο πατέρας του κι η μάνα του παιδιού επειδή το πήραν όπως το πήραν. Είναι οι φυσικοί του γονείς. Αφού το θέλουν, τί νόημα θα είχε να τους κυνηγήσω με τον Νόμο;». Γενναία και περήφανα λόγια…
Το 1980, ο καρκίνος, κάνοντας την επανεμφάνισή του, ύστερ’ από 11 ολόκληρα χρόνια, δημιουργούσε συνεχείς μεταστάσεις στην Έλλη, οι οποίες έπληξαν τις φωνητικές της χορδές – κάτι ιδιαίτερα σπάνιο –, με αποτέλεσμα να χάσει σταδιακά τη φωνή της.
Η τελευταία της παράσταση στην Αθήνα ήταν «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», όπου η Αγαπημένη Ηθοποιός υποδύθηκε τον ρόλο της κωφάλαλης Σάρα. Το έργο ανέβηκε τον Μάρτιο του 1981 και συνεχίστηκε και τον επόμενο χειμώνα. «Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε ίσως θέατρο» της είπε ο Μάνος Χατζιδάκις…
Οι δεκαοχτώ μήνες που μεσολάβησαν από τον Φεβρουάριο του 1982, που η Λαμπέτη ξαναπήγε στη Νέα Υόρκη, μέχρι τον μοιραίο Σεπτέμβριο του 1983…, ήταν ένα ατελείωτο «πήγαιν’ – έλα» ανάμεσα σε νοσοκομεία της Ελλάδας και της Αμερικής...
Οι τελευταίες μέρες της Λατρεμένης μας Έλλης Λαμπέτη, μέσα στο «Όρος Σινά» της Νέας Υόρκης, καταγράφονται μοναδικά από τον Φρέντυ Γερμανό στον συναρπαστικό επίλογο του πραγματικά υπέροχου βιβλίου του «Έλλη Λαμπέτη».
«Στις 31 Αυγούστου θα ψιθυρίσει:
“Αργώ πολύ να πεθάνω”.
Και λίγες ώρες αργότερα θα πει στην Αντιγόνη, που σκύβει πάνω απ’ το μαξιλάρι της:
“Ένα τριαντάφυλλο. Μόνο ένα τριαντάφυλλο”.
Αυτό θέλει στην κηδεία της – μονάχα ένα τριαντάφυλλο. Τρέμει στην εικόνα του σώου που μαντεύει ότι θ’ ακολουθήσει με τους θεατρικούς κοπετούς και τα δακρυσμένα γκρο πλαν στις ειδήσεις των εννέα.
Την επόμενη μέρα, 1η Σεπτεμβρίου του 1983, ανοίγει πάλι τα μάτια της και ρωτάει την Αντιγόνη:
“Πού είναι το τριαντάφυλλο;
Νομίζει ότι πέθανε κιόλας. Όχι, δεν είναι τόσο τυχερή – έχει ακόμα μπροστά της δεκαεφτάμισι ώρες ζωής. Πέφτει σε κώμα και τα μεσάνυχτα ανοίγει πάλι τα μάτια της. Η αδερφή της, που λαγοκοιμάται σε μιά πολυθρόνα δίπλα, τσακισμένη απ’ τις απανωτές αγρύπνιες, την ακούει να ψιθυρίζει:
“Μαμά…”
Είναι τα τελευταία λόγια της Έλλης Λαμπέτη και μ’ αυτά στέλνει βέβαια ένα μήνυμα στη μάνα της, όπως τη θυμάται απ’ τα Βίλλια του ’30. “Σ’ έναν ανθισμένο κήπο μεγάλο όσο ο κόσμος”. Από εκεί έφυγε κι εκεί ξαναγυρνάει, τώρα που δεν την κρατάει πια τίποτε στη Νέα Υόρκη, αυτή την πόλη του θανάτου.
Θα πρέπει να έχει αρχίσει κιόλας να ταξιδεύει, πετώντας πάνω απ’ τους ουρανοξύστες.
“Δόξα τω Θεώ πια είμαι ελεύθερη!”
Δεν έχει σημασία η επίσημη ώρα του τέλους. Η Έλλη, βιαστική όπως ήταν πάντα στη ζωή, δεν θα κάτσει σίγουρα να περιμένει τον ιατροδικαστή. Τα χαράματα θα πετάει πάνω απ’ τον Ατλαντικό κι όταν ο γιατρός πιστοποιήσει την άλλη μέρα στις 7.28 το πρωί τον θάνατό της, εκείνη θα είναι κιόλας στα Βίλλια.
Είναι όλοι μαζεμένοι εκεί και την περιμένουν. Δεν λείπει ούτε ο παππούς της, ο βιβλικός γέροντας που την έβαζε να του διαβάζει Παπαδιαμάντη.
Πώς μεγάλωσες, κοριτσάκι μου, της λέει.
Κι ύστερα, κάπως εμπιστευτικά:
Μου είπαν ότι έγινες μια μεγάλη θεατρίνα – είναι αλήθεια;
Είναι όλοι εκεί. Η μάνα της, ο πατέρας της, οι αδερφές της – φρέσκιες και γελαστές όπως ήταν στ’ ανθισμένα χρόνια της νιότης τους. Τί κατάφερε τελικά αυτός ο ηλίθιος καρκίνος; Μόνο να την κάνει να σπαράζει στο κλάμα κάθε φορά που τις έχανε!
Τί αλλόκοτη μέρα. Είναι 2 Σεπτεμβρίου κι η Αθήνα περιμένει δακρυσμένη το φέρετρο της Λαμπέτη απ’ την Αμερική, αλλά εκείνη δεν προλαβαίνει να υποδέχεται γελαστούς καλεσμένους. Να κι η Κοτοπούλη – πώς μπορούσε να λείπει απ’ το καλωσόρισμά της;
Καρδούλα μου!
Η μεγάλη ντίβα τής κλείνει πονηρά το μάτι:
Σ’ το ’χα πει το ’43 – θυμάσαι; “Μιά μέρα θα γίνεις η πιο μεγάλη απ’ όλες μας”.
Τα αγαπημένα πρόσωπα μιας ζωής. Κι όλο και γεμίζει ο κήπος από αναπάντεχους φίλους: ο Λόρκα του Ματωμένου γάμου, ο Ανούιγ της Αντιγόνης, ο Θόρντον Ουάιλντερ της Μικρής μας πόλης. Όλοι σκύβουν να της φιλήσουν το χέρι. Ύστερα ένα παλιό αμάξι σταματάει έξω απ’ τη μισάνοιχτη καγκελόπορτα και κατεβαίνει ένας σοβαρός κύριος με χρυσά γυαλάκια.
Καλώς ήρθατε στα Βίλλια, κύριε Τσέχωφ.
Μια ουράνια σύναξη.
Η Έλλη Λαμπέτη σκουπίζει χωρίς να το θέλει τα μάτια της.
Χριστέ μου, τί ωραίο πράμα είναι να ζεις…».

*Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
από: Palmografos.com - Έλλη Λαμπέτη. Σαν σήμερα… - Της Γιόλας Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου* 

Έλλη Λαμπέτη

Έλλη Λαμπέτη

EllieLambetiΈλλη Λαμπέτη (1926-1983)
Το 1948 η Έλλη Λαμπέτη έπαιζε στο θίασο της κυρίας Κατερίνας…
…που είχε την κακή συνήθεια στην πρόβα να ξεχνάει τα ονόματα των ηθοποιών και να αναφέρεται σ’ αυτές με βάση το χρώμα του φορέματος που φορούσαν. “Εσύ η μπλε, ξαναπές την ατάκα σου” είπε κάποια στιγμή στην ηρωίδα μας. Και αυτή φυσικά δεν δέχτηκε ν’ ακούσει. Η έκκληση επαναλήφθηκε ξανά και ξανά σε υψηλότερους τόνους με την Λαμπέτη εν κατακλείδι να απαντά: “Σ’ εμένα μιλάτε; Ξέρετε πάσχω από αχρωματοψία”.
Όταν την κάλεσαν με τον Κακογιάννη στα γραφεία της Φοξ και της πρότειναν συμβόλαιο ενός χρόνου αρνήθηκε. Της αντιπρότειναν πολυετές, δεύτερη άρνηση. Τότε ακριβώς στράφηκε προς τον σκηνοθέτη και του ζήτησε να φύγουν. “Έχω θέατρο στην Ελλάδα”, του είπε, “το ξέχασες;” 
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΦΚΟΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:
Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Έλλη.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ



Όταν η Έλλη ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, ο δίδυμος αδελφός της, ο Τάκης της είπε:
“Έλλη, φοβάμαι”. Κι επειδή η αδερφή του τον κοίταζε ξαφνιασμένη: “Μεγάλωσες σε ένα σπίτι γεμάτο από αγάπη. Πώς θ’ αντέξεις τώρα σε ένα επάγγελμα που δεν θα σ’ αγαπάει κανείς;”
“Γιατί δεν θα μ’ αγαπάει κανείς;” ρώτησε η Έλλη.
Ο Τάκης την κοίταξε ήρεμα: “Γιατί θα ‘σαι η πρώτη”, της είπε.

“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

page131_1


%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7_%CE%9B%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B7%2C_%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82
Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.
Τι ειρωνία αλήθεια: “Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου” θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. “Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο”.
Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες.  Ακόμα και με πυρπολημένα  σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.
Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: “Θέλω να την μάθω τέλεια” λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. “Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!“.
Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:
“Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο”.
“Σας δίνω ένα μήνα!” απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της “Σάρας” είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.
Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:
Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.
Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί. 
Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.
Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ


Έλλη Λαμπέτη (1926-1983)

 

“Η Κοτοπούλη και τα γράμματα του Δραγούμη”
Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:
Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τουςΦοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;” κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: “Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο”. Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;”. Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.
Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: “Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…”. Βλέπεις, δεν λέει “τι έπαθα”, λέει στη μάνα της “τι έπαθες”! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια “ω κακό πώπαθες”, αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… “Θα πιω και πάλι, ωστόσο…” και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.
Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: “Τι είσαι εσύ!”… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.
Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: “Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη”. Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.
Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.
από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Η Μαρίκα Κοτοπούλη απονέμει στην Έλλη Λαμπέτη το Έπαθλο Κοτοπούλη
(17 Δεκεμβρίου 1951)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι “Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 

“Η δουλειά του σκηνοθέτη”
Ξέρεις, εγώ δεν έχω καμιά εκτίμηση στην έννοια “σκηνοθέτης”. Θα μπορούσαν να λείπουν οι σκηνοθέτες – δεν τους χρειάζεται κανείς. Έτσι κι αλλιώς το θέατρο ως τον 19ο αιώνα τα πήγαινε μια χαρά χωρίς αυτούς. Δεν μπήκαν στη μέση παρά μόνο στα χίλια οκτακόσια τόσο… Αλλά φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε στις κριτικές “δεν τον βοήθησε ο σκηνοθέτης”! Ποιος να σε βοηθήσει, βρε! Ποιος είναι ο σκηνοθέτης για να σε βοηθήσει; Τι να σου κάνει; Υποτίθεται ότι σε καθοδηγεί; Γιατί να χρειάζεσαι να σε καθοδηγεί κάποιος; Το θέατρο είναι ομάδα. Είναι ένα συνολικό πράγμα. Είναι ο συγγραφέας και οι ηθοποιοί. Κολλητά. Αυτοί είναι – αυτό είναι το θέατρο. Δεν χωράει άλλον. Θέλεις να υπάρχει κι άλλο ένα μάτι; Θέλεις κάποιον απ’ έξω να παρατηρεί για να σου πει μια γνώμη; Γιατί δεν αρκεί γι’ αυτό ένας άνθρωπος με γούστο που ν’ αγαπάει το θέατρο;
Ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δεν υπάρχει ή αυτός που δε φαίνεται. Να μη λέει ο θεατής, “ποιος το σκηνοθέτησε;” να λέει, “τι ωραίο έργο! Καλοπαιγμένο. Συγκινήθηκα!” Ο σκηνοθέτης αυτή τη δουλειά έχει να κάνει. Δεν είναι δουλειά του φτιάχνει ηθοποιούς, δ ε ν  μ π ο ρ ε ί. Κι όμως τον σκηνοθέτη στις μέρες μας τον γράφουν πρώτον πρώτον.
από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ
Έλλη Λαμπέτη (Σαντορίνη, 1950)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι “Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Έλλη Λαμπέτη – Δημήτρης Χορν: “Σ’ αγαπώ”
(απόσπασμα από την Κάλπικη Λίρα (1955) του Γιώργου Τζαβέλα)

 
“Οι Βερσαλίες με τα Βίλια” 
Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:
Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: “Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια”. Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.
από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 


Έλλη Λαμπέτη – Τάκης Χορν (Βροχοποιός, 1956)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι “Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 

“Ένα τραγικό γεγονός”
Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.
Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.
Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το “εν ψυχρώ”. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;
από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ
Έλλη Λαμπέτη (“Αντιγόνη” του Ανούιγ, Θέατρο Τέχνης 1947)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι “Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Βίντεο – αφιέρωμα στην Έλλη Λαμπέτη
Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για την απήχηση που είχε στο κοινό η παράσταση της “Φιλουμένα Μαρτουράνο”:
Άπειρες φορές μου απαντάνει το κοινό. Όταν η Φιλουμένα λέει: “Ξέρεις πότε κλαίει ο άνθρωπος; Κλαίει όταν έχει γνωρίσει την ευτυχία και δεν την έχει πια”.
“Έτσι είναι”, λένε από κάτω.
Αυτό θα πει απήχηση…
ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ από συνέντευξή της στη ΕΡΤ για την παράσταση: “Φιλουμένα Μαρτουράνο” , του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο, που ανέβηκε το 1978, σε σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι, από το θίασο Έλλης Λαμπέτη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Έλλη Λαμπέτη: σκληρή και εύθραυστη
Πώς έγινε κι εσύ, η Λαμπέτη, που ένα βασικό εργαλείο της δουλειάς σου είναι αυτή η φωνή σου, η θρυμματισμένη μα πάντα στιλπνή, διάλεξες να παίξεις τον ρόλο μιας κωφάλαλης;
Ένας φίλος μου ‘χε μιλήσει για τη Σάρα. Βρέθηκα στην Αμερική. Είδα την παράσταση. Και ξετρελάθηκα! Και την ίδια στιγμή αποφάσισα να γίνω εγώ η Σάρα.
Μα εδώ δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο έργο, όπου μελετάς έναν ρόλο, κάνεις πρόβες και βγαίνεις για παράσταση…
Ακριβώς. Στην Αμερική το έργο παιζόταν από κωφάλαλους. Για να μπορέσω, λοιπόν, κι εγώ να το υπερασπιστώ πάνω στη σκηνή, έπρεπε να εισχωρήσω σ’ αυτό τον παγερό κι άγνωστο σε όλους μας κόσμο των κωφαλάλων. Επί τρεις μήνες δεν έκανα τίποτ’ άλλο από το να μαθαίνω τη «γλώσσα» των κωφαλάλων. Να μιλάω με τα χέρια μου. Με τα δάχτυλά μου. Πήρα και δασκάλα. Και για μένα και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Και μάθαμε όλοι μας να συνεννοούμαστε με τα σύμβολα της δακτυλολογίας.
Σηκώνεται. Αρχίζει να παίζει. Η μαγεία που έλεγα. Παίζει χωρίς να μιλάει. Κι είναι βυθισμένη όλη σ’ αυτό που παίζει. Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο. Και το κουδούνι της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Εκείνη παίζει. Και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να τη διακόψεις. Γιατί είναι σκληρή. Όσο ακριβώς και εύθραυστη.
Ήρθαν κωφάλαλοι στο θέατρο να δουν την παράσταση;
Και βέβαια ήρθαν. Τριάντα κωφάλαλα παιδιά. Ήταν κάτι άγριο και συγκλονιστικό συνάμα. Τα παιδιά καταλάβαιναν τα πάντα που συνέβαιναν στη σκηνή. Και αντιδρούσαν. Έβγαζαν άναρθρες κραυγές, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, γιατί, βέβαια, δεν ακούνε. Κι η αίθουσα γέμιζε απ’ αυτές τις άναρθρες φωνές, που σ’ έκαναν να ριγείς. Ήταν μια συνταρακτική εμπειρία.
απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε η Έλλη Λαμπέτη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14/3/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

  

Ο Φρέντυ Γερμανός μιλάει στην Εύη Κυριακοπούλου για τη φιλία του με την Έλλη Λαμπέτη και θυμάται μικρές προσωπικές της στιγμές:
 
φανταστικά γράμματα
Η Λαμπέτη, είχε μία τάση να γράφει γράμματα, στο μυαλό της μέσα, χωρίς να τα γράφει…
Δηλαδή
Έγραφε πολύ ωραία, μπορούσε να τα σκεφτεί πολύ ωραία, αλλά δεν έγραφε τα γράμματα αυτά. Είχε γράψει γράμμα στον Αϊνστάιν, στην Γκάρμπο, στον Κένεντι, κάποια στιγμή έγραψε γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο δεν είχε ιδιαίτερη…
Αυτό δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο σας…Όχι… Μου το διηγήθηκε. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής της. Κάτι έκανε ο Ανδρέας -που δεν τον είχε ψηφίσει ποτέ της-, που της άρεσε… κι έτσι εκρηκτική και ορμητική όπως ήταν, του γράφει: “Αγαπητέ, κύριε Παπανδρέου, δε με ξέρετε, είμαι συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη”. Τυπικό δείγμα σαρκασμού της Έλλης. “Στις τελευταίες εκλογές δε σας ψήφισα, σας υπόσχομαι να σας ψηφίσω στις επόμενες. Εάν, ο μη γένοιτο, δεν πάρετε την ψήφο μου θα φταίει η επάρατος νόσος”. Δεν είναι; Και την πείραζε πάρα πολύ που την λέγανε “επάρατο νόσο”. Έλεγε “μα γιατί; δεν έχει όνομα; Γιατί δεν λένε καρκίνος;” Ήτανε πολύ δυνατή και πολύ μαχητική. Πολεμούσε. Είχε το θέατρο σα θρησκεία…
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Η Έλλη Λαμπέτη στην παράσταση “Πεγκ, καρδούλα μου” (1950)
από το http://ypeppas.blogspot.com/
 
σαν κούρος
Έπαιζε άρρωστη…
Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: “ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…” Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

σκληρή με τον εαυτό της 
Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…
Λαιμητόμος…Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.
Σκληρό…Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)
 
αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους. Όταν ανέβασε τη “Μικρή μας Πόλη” που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε “Το ανοιξιάτικο τραγούδι” του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…
Σα να λέμε σήμερα για ποιον;…Το ‘πε η τηλεόραση…
Μάλιστα.Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: “αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν”, μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)
Ούτε έναν!
Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: “Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!” Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)
 
Τι έγραψε ο Ψαθάς για το “Τέλος της μικρής μας πόλης” και την Έλλη Λαμπέτη:
Αντιπαθώ θανάσιμα τους συγγραφείς που σχίζουν τεχνικά αλλά και βάρβαρα τον άνθρωπο – με το νυστέρι του ταλέντου τους – για να μας δείξουν ό,τι ταπεινό και κτηνώδες έχει μέσα του, αυτός και η ζωή του. Όπως αντιπαθώ κι εκείνους που αγωνίζονται να μας πείσουν για την ασημαντότητα της καθημερινής ζωής – παράδειγμα ο Ιονέσκο που η μανία του για την αποσύνθεση της καθημερινής “ασημαντότητας” φτάνει τα όρια της παράκρουσης, μ’ εκείνους τους ανισόρροπους διαλόγους του (τόσο “ασήμαντα” είναι αυτά που λέγονται και πράττονται στην καθημερινή ζωή μας, ώστε θα μπορούσαν, λέει, ν’ αντικατασταθούν με ισοδύναμες… αρλούμπες).
Να μάχεσαι ορισμένες εκδηλώσεις της ζωής – ασχήμιας, αδικίας, βαναυσότητας – με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσεις στο καλύτερο, είναι για μένα μια αποστολή άξια της ανθρώπινης υπόστασης ενός συγγραφέα με ζεστή καρδιά. Ν’ αποσυνθέτεις όμως, μέχρι κι εκείνο που θεωρούμε ωραίο, για να μας δείξεις ότι πίσω και απ’ αυτό ακόμα υπάρχει ασχήμια και αθλιότητα, δείχνει διάθεση διεστραμμένη και ιδιοσυγκρασία χολερική που όσο την εξιδανικεύει το ταλέντο, τόσο μου προκαλεί αποτροπιασμό. Γι’ αυτό ποτέ δεν χώνεψα μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Ανούιγ και όπως ακόμα ο Τενεσσή Ουίλιαμς. Μπορεί να θαυμάζω απεριόριστα τη δύναμη της τέχνης τους, αλλά αντιπαθώ βαθύτατα το έργο τους.
Ίσως γι’ αυτή μου την αδυναμία (πρόκειται, βλέπετε, για αντιδράσεις καθαρά προσωπικές) με γοητεύει αυτό το έργο του Θόρντον Ουάιλντερ -”Η Μικρή μας Πόλη”- που παίζει η Έλλη Λαμπέτη, την οποίαν με χαρά ξαναβρήκε από καιρό η ελληνική σκηνή και η νοσταλγική αγάπη του θεατρόφιλου κοινού. Το ξαναείδα προχτές κι έφυγα από το θέατρο με μια ευφορία ψυχής αληθινή, βαθύτερη, όσο σπάνια μου δίνεται η ευκαιρία να αντλήσω από το θέατρο. Κι αυτό -τι περίεργη που είναι η μαγεία της τέχνης!- παρ’ όλον ότι στην τρίτη πράξη του ο ποιητής του έργου μας μεταφέρει στο… νεκροταφείο της μικρής του πόλης (που είναι όμως τόσο μεγάλη όσο κι ο κόσμος).
Δεν έχουν, βέβαια, καμιά πρόθεση κριτικής οι γραμμές αυτές -σ’ άλλην αρμοδιότητα ανήκει η ασχολία- άλλωστε προ πολλού είπαν τη γνώμη τους οι “ειδικοί”. Τις προσωπικές μου αντιδράσεις μόνο μεταφέρω, κατά καιρούς, στον χώρο τούτο, όταν συμβαίνει να με γοητεύει μία παράσταση και ν’ ασκεί επάνω μου επίδραση ξεχωριστή. Νιώθω υποχρέωσή μου να ενημερώνω τους αναγνώστες μου με τους οποίους βρέθηκε τόσες πολλές φορές νάχουμε κοινά τα γούστα και κοινές τις αντιδράσεις.
Μ’ αρέσει ιδιαίτερα το έργο τούτο του Ουάιλντερ γιατί πέραν των άλλων, δείχνει στον προσεκτικό θεατή πόσο μάταιες -και άχρηστες- είναι οι “πρωτοτυπίες” των λεγόμενων μοντέρνων ή “επαναστατικών” συγγραφέων της σκηνής που προσπαθούν να βρουν καινούργιους τρόπους έκφρασης. Γιατί ολόκληρος ο μοντέρνος μηχανισμός της σκηνικής ανάπτυξης του θέματός του είναι το λιγότερο που μας προσφέρει ο συγγραφέας. Συχνά, μάλιστα, η απουσία των σκηνικών και η μιμική των ηθοποιών γίνεται ενοχλητική κι όχι μονάχα δεν βοηθά ν’ ακουστεί καλύτερα ο λόγος, αλλά τον εμποδίζει με τις αφύσικες κινήσεις που περισπούν μοιραία (για το αφύσικό τους, ακριβώς) την προσοχή του θεατή.
Πέρα, όμως, απ’ αυτά, πόση αισθητική χαρά και πόση απόλαυση μας δίνει ο ποιητικός οίστρος του Ουάιλντερ, που φτιάχνει απ’ την περιφρονημένη, ακριβώς, καθημερινότητα της ανθρώπινης ζωής το θαυμάσιο ποιητικό, θεατρικό του έργο. Η αισθητική του ευαισθησία συνέλαβε την χαρά και την αξία της τετριμμένης καθημερινότητας απ’ το θλιβερό εκείνο σημείο που μας ανοίγει κι εμάς τα μάτια -φευγαλέα, όμως, και παροδικά- όπου ο θάνατος τα μεταβάλλει σε οριστικό και τελεσίδικο παρελθόν. Όταν συμβεί να χάσουμε ένα πρόσωπο δικό μας, προσφιλές, που μέχρι χτες ακόμα η ζωή του κυλούσε ανάμεσά μας κοινοτοπική, με όλη την βαρετή καθημερινή ασημαντότητά της, τότε αμέσως αλλάζουν όλα: Το πρόσωπο αυτό παίρνει στα μάτια μας άλλη υπόσταση, τελείως διαφορετική, όπου οι καθημερινές του πράξεις μετριούνται αναδρομικά και όλες οι κινήσεις του ζυγίζονται με άλλο μέτρο, έτσι που να φαντάζουν στα μάτια μας σαν γεγονότα πολύ σημαντικά, που τα αναπολούμε με βαθύ πόνο και μεγάλη δυστυχία.
Αυτό τον αναδρομικόν ύμνο προς την ζωή μάς προσφέρει με τις γραφικές και χαριτωμένες θεατρικές εικόνες που συνθέτει ο συγγραφέας -ξημερώματα, νύχτες, φεγγαροβραδιές, έρωτα, νοικοκυριό, γεννήσεις, γάμους, τυπική και αιωνίως επαναλαμβανόμενη καθημερινή ζωή- για να μας τα σκεπάσει, όμως, όλα, ξαφνικά και απροσδόκητα, με την αυλαία του τέλους. Με τόλμη εκπληκτική -κι εκεί ο συγγραφέας μας δείχνει τον δημιουργικό μοντερνισμό του- μας μεταφέρει στο νεκροταφείο, όχι τόσο για να μας δείξει την ματαιότητα των εγκοσμίων (σαν τους αρρωστημένους μανιακούς της απαισιοδοξίας), αλλά για να μας ανοίξει τα μάτια, ακριβώς, επάνω στην ομορφιά και την γοητεία της τετριμμένης καθημερινότητας, που όσο την ζούμε, δεν την υποπτευόμαστε, ούτε καν την παίρνουμε χαμπάρι. Κι όλα αυτά με οίστρο γνήσιο, όπου η πρωτοτυπία αναπηδά μέσα από την χάρη, γι’ αυτό και δεν οδηγεί σε εκτρωματικές “μοντέρνες” συλλήψεις, αλλά σε αληθινή αισθητική ομορφιά.
Να σημειώσω και δυο λόγια για την Λαμπέτη: Μέσα σ’ ένα συγκρότημα από καλούς ηθοποιούς -πόσο λαμπρό προμηνύεται το μέλλον του κ. Κούρκουλου που είναι ήδη ένας άριστος ηθοποιός- φαντάζει σαν πολύτιμο πετράδι η πρωταγωνίστρια και θιασάρχις. Βλέποντάς την προχτές (κι αναθυμούμενος τις φτηνές “δόξες” των ημερών μας) ένιωσα μια βαθιά ανακούφιση: Η δραματική τέχνη δεν πέθανε στον τόπο μας. Είναι ευτύχημα ότι (δίπλα στις δυο τρεις άλλες αληθινές ιέρειες της δραματικής τέχνης) η Έλλη Λαμπέτη ξαναγύρισε κοντά μας.
χρονογράφημα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ που δημοσιεύτηκε στη στήλη “Εύθυμα και σοβαρά”
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – 29/3/1962
Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Eυρώ τιμής ή Ευρώ καταστροφής

Eυρώ τιμής ή Ευρώ καταστροφής















Ας αρχίσω απ’ το μνημόνιο.
Δεν θα πω για το πώς, το γιατί, ποιοι το στηρίξανε, ποιοι το υποστηρίζουν, ποιοι το απορρίπτουν.
Θα πω μόνο, πως το μνημόνιο ήταν το κερασάκι σε μια τούρτα που χρόνια τώρα έφτιαχναν ξένα κέντρα με τη βοήθεια των δικών μας “ηγετών”. Είτε γιατί έπαιζαν το παιχνίδι τους, είτε γιατί ήταν ανίκανοι, είτε γιατί ηθελημένα έπαιζαν το παιχνίδι της διαφθοράς και της ρεμούλας προς ίδιο όφελος και εις βάρος της χώρας.
Όπως λοιπόν κατάντησαν τη χώρα και μπροστά στα αβυσσαλέα αδιέξοδα ίσως να ήταν και επιβεβλημένο. Σε καμία όμως περίπτωση μ’ αυτή τη μορφή. Αν είχε τη μορφή μιας συμφωνίας μεταξύ ισότιμων συνομιλητών, μεταξύ συνεργατών οι οποίοι έδωσαν τα χρήματά τους (και δεν εξετάζω τον σκοπό που τα δώσανε και αν και πόσο κέρδισαν από τη χρηματοδότηση αυτή) και θέλουν να τα πάρουν πίσω, είναι απολύτως θεμιτό και κατανοητό. Αυτό όμως στα πλαίσια όχι της καταστροφής και της υποδούλωσης της χώρας και του λαού της, αλλά στα πλαίσια μιας συμφωνίας όπου μέσα από ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη να γίνει δυνατή η αποπληρωμή των “πραγματικών” χρεών. Και μιλώ για κοινωνική δικαιοσύνη γιατί δεν γίνεται μόνιμα σ’ αυτόν τον τόπο, από τη σύστασή του ως ελεύθερο κράτος, τα βάρη να τα σηκώνουν μόνο οι αδύνατοι. Μας μιλήσανε για πόλεμο…είπαν πως έχουμε πόλεμο. Έτσι χαρακτήρισαν την κατάσταση και δεν θα διαφωνήσω. Όμως σε καιρό πολέμου όπως έλεγε και ο Κικέρων…οι νόμοι σιωπούν. Έτσι λοιπόν κύριοι μεγαλόσχημοι που πάντα έχετε τη λύση που σας συμφέρει, στην περίπτωση αυτή με την έγκριση της Βουλής, αίρονται προσωρινά νόμοι και εισπράττονται και τα κλεμμένα και τα χρωστούμενα. Υπάρχει τρόπος και το ξέρετε πολύ καλά…καλύτερα από μένα. Τέλος πάντων.
Ας θίξω όμως ένα άλλο θέμα…που ίσως είναι και πιο σημαντικό.
Χρόνια τώρα, απ’ τη μεταπολίτευση και μετά, τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία και που οι περισσότεροι ψηφίζαμε, κυβερνούσαν κύρια, μέσα από διλήμματα που έβαζαν στο λαό ποντάροντας κυρίως στην ανασφάλειά του και στο φόβο του που οι ίδιοι καλλιεργούσαν. Η έλλειψη θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα με την κατ’ εμέ προμελετημένη αποβιομηχάνιση της χώρας, έκανε το εκάστοτε κυβερνών κόμμα τον μεγαλύτερο εργοδότη της χώρας. Αφεντικό σ’ ένα δημόσιο τσιφλίκι του.
Έτσι λοιπόν έχουμε:
1. Με ψηφίζεις για να σε διορίσω… εσένα, τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου…να σου δώσω προαγωγή, αξιώματα κ.λ.π.
2. Με ψηφίζεις για να σε κρατήσω στη δουλειά, να μην απολυθείς. Αν βγει ο άλλος κινδυνεύεις. Θα κρατήσει τα “δικά του παιδιά”(Tον καιρό του μνημονίου αυτά)
3. Όταν πλέον, για τα καλά στον αστερισμό του μνημονίου με άνω του ενός εκατομμυρίου ανέργων, αυτά άρχισαν να μη φοβίζουν πλέον, έχουμε το δίλημμα ευρώ ή δραχμή.
Είναι το δίλημμα, που πλέον ενώνει και τα δύο κόμματα. Ο “εχθρός” βλέπεις είναι τώρα κοινός. Κάποιος τρίτος εμφανίσθηκε και η “σούπα” κινδυνεύει να χαλάσει.
Λοιπόν για το δίλημμα αυτό θέλω να μιλήσω.
Συμφωνώ κι εγώ, πως η έξοδος απ’ το ευρώ θα έχει συνέπειες, ίσως μεγάλες, ίσως πολύ μεγάλες, ίσως ζήσουμε άσχημα, πολύ άσχημα για 2, 3 ή και περισσότερα χρόνια. Γι’ αυτό λέω όχι στην έξοδο από το ευρώ…όπως τουλάχιστον λέει(βάσει δημοσκοπήσεων) και το 85% του πληθυσμού.
Αυτό όμως που πρέπει να μου πούνε, που πρέπει να μας πούνε όλοι τους, είναι κάτω από ποιες συνθήκες και με τι όρους θα είναι η παραμονή μας στο ευρώ.
Κάτω από συνθήκες αλληλοσεβασμού, αξιοπρέπειας, περηφάνιας, εθνικής κυριαρχίας, ανάπτυξης της χώρας όπου όλοι οι Έλληνες και κύρια η νέα γενιά θα συμβάλλουν στην ανόρθωσή της ή κάτω από συνθήκες δουλοπρέπειας, ξεπουλήματος των πάντων, μιας γενιάς κατεστραμμένης, μιας χώρας υποδουλωμένης με τον μισό παραγωγικό της πληθυσμό τον πιο νέο και πιο ικανό να δουλεύει μετανάστης και να ανορθώνει ξένα κράτη.
Γιατί αν πρόκειται για τη δεύτερη περίπτωση πρέπει να το ξέρω, πρέπει να το πείτε καθαρά. Γιατί αν πείτε και πάλι ψέματα ίσως να μην υπάρχουν έξοδοι διαφυγής για σας Αύριο.
Βασικά πρέπει να γνωρίζετε τα εξής..Πάνω απ’ όλα και πάνω απ’ όλους..
Εγώ θέλω τη χώρα μου…με ή χωρίς ευρώ
Εγώ θέλω τα παιδιά μου…με ή χωρίς ευρώ
Εγώ θέλω τη ζωή μου…με ή χωρίς ευρώ

Δεν θέλω να είμαι στο ευρώ… επαίτης, ξενιτεμένος, προδομένος, πουλημένος στους ξένους και τους “ντόπιους” κατακτητές χωρίς υπάρχοντα, χωρίς μέλλον, χωρίς πατρίδα, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς περηφάνια. Να μη μου ανήκει ούτε καν το χώμα που έβαψαν με αίμα οι πρόγονοί μου…ενέχυρο κι αυτό μέσα σε κάποιο αγγλικό δίκαιο.
Τέτοιο ευρώ δεν το θέλω…χάρισμά σας.
Έτσι, αντί να θέτετε το ψευτοδίλημμα ευρώ ή δραχμή, γνωρίζοντας το τι θέλει ο κόσμος, να μας κοιτάξετε στα μάτια έστω για μια φορά και να μας πείτε για ποιο ευρώ μιλάτε.
Ξέρετε πως όλοι θέλουμε το ευρώ. Μην παίζετε βρώμικα πολιτικά παιχνίδια τούτη την ώρα. Οι στιγμές είναι ιστορικές. Για όλους μας.
Απλά, καθαρά και γνήσια πείτε μας για ποιο ευρώ μιλάτε.
Είναι τόσο απλό. Και όχι ψέμματα. Αυτή τη φορά το ψέμα θα είναι μοιραίο για όλους μας. Και δεν θα αποτελείτε εξαίρεση…πιστέψτε με.
Κι αν μερικοί λοιδορούν την περηφάνια θα τους θυμίσω αυτό που είπε ο Σοπενάουερ «Πολλοί επικρίνουν την περηφάνια.
Αυτοί, ασφαλώς, δεν έχουν τίποτε μέσα τους για να είναι περήφανοι....!!»


ανάγερτος

Για μας η Ελλάδα είναι...

Για μας η Ελλάδα είναι...















«...Για μας η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ' άσπρα σπιτάκια τ' ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.
...Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά...»


Οδυσσέας Ελύτης

το όνειρο..

το όνειρο...















Ότι σε κρατάει ζωντανό,
το όνειρο.
Ότι γεμίζει τη ζωή σου,
η πραγμάτωσή του.

Σ’ ακούω να λες…έζησα τ’  όνειρο, θέλω να ζήσω τ’  όνειρο.
Πόσοι άραγε πραγματώνουν τα όνειρά τους;
Eίναι άραγε όνειρα ή κάτι άλλο αυτό που ζούμε;

Συνήθως αυτό που λέμε όνειρο, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση αυτού που θα θέλαμε να ζήσουμε. Ένα δημιούργημα της φαντασίας μας για να ξεγελάσουμε με ψεύτικους παράδεισους την άχαρη και άτολμη ζωή μας.

Το όνειρο, αυτό που κλείνει μέσα του όλη μας την ύπαρξη, δεν κατοικεί εδώ. Στον ουρανό είναι το σπίτι του. Και θέλει δύναμη, θέλει κουράγιο, θέλει φτερά για να βρεθείς κοντά του. Δεν είναι εύκολο. 
Πέφτεις, πονάς, πληγώνεσαι…υπάρχουν φορές που χάνεσαι.
Πρέπει όμως, πάντα να προσπαθείς.
Αυτός πρέπει να είναι ο σκοπός σου.
Να σηκωθείς ψηλά, ζεστά να τ’ αγκαλιάσεις, να ταξιδέψεις ως τ’ αστέρια.

ανάγερτος

"Δώρο ζωής"

"Δώρο ζωής"


Λίγα λόγια για το βιβλίο      Ποιήματα       Βίντεο     Όλα τα βιβλία      Πληροφορίες αγοράς                                                                    

Το ταξίδι μου ένα ανοιξιάτικο δώρο της ζωής ξεχασμένο.
Μπαλάντα των γλυκών μου αισθήσεων, ελευθέρωσες τα
δεσμά της αγάπης και μου πρότεινες τα πιο παράτολμα
όνειρά σου..
Τώρα σ' ακολουθώ όπου μου ζητήσεις.
Στα νησιά του παραδείσου, στη βροχή των αστεριών.
Ανοίγοντας το βιβλίο της ψυχής σου παραδόθηκα
με όλες μου τις αισθήσεις σ' αυτό το μαγικό άγγιγμα
που τόσα χρόνια αναζητούσα μέσα από νότες και
μικρά παραμύθια.
Αν μια μέρα μοιάσεις του χειμώνα, ζεστό καλοκαίρι
θα ντυθώ, να σε περιμένω ήλιε της βροχής μου
για να σου πω τα μυστικά της καρδιάς μου.
Μου αρκεί αυτή η γαλήνη που σκεπάζει το είναι μου.
Μου αρκεί που για εμένα είσαι εδώ και υπάρχεις._

                                    Εκδόθηκε το 2013.
 © Μαρία Πεπικίδου